Showing posts with label Λογοτεχνικό Σάββατο. Show all posts
Showing posts with label Λογοτεχνικό Σάββατο. Show all posts

17.5.14

Λογοτεχνικό ... Σελίδα 31


Μικρασιάτες

Των Ατρειδών δεν είμαστε, η πιο σκληρή γενιά
Ούτε απ' του Λαΐου, τ' ανόσια κρεββάτια,
Στον Άρη, εμείς δεν χτίζουμε ναούς
Ούτε και για Βασίλεια, ολόχρυσα Παλάτια

Μικρασιάτες, Ίωνες περήφανοι αγνοί
Κι από την καρπερή τη γη, την Αιολίδα
Είμαστε, οι πιο Έλληνες εμείς
Μες τη γλυκειά, τη Μάννα μας Πατρίδα

Της προσφυγιάς σημάδια, εμείς δεν έχουμε
Κι αλύγιστοι, το δρόμο μας τραβάμε
Στις Τέχνες και στα Γράμματα πιστοί
Και τους καημούς μας τραγουδάμε

Πολλοί, μας περιφρόνησαν, μας είδαν σαν Στοιχειά
Με λόγια που μας πόνεσαν, μας έχουνε πικράνει
Και δηλητήριο πικρό, σαν την μαύρη οχιά
Μας ρίχνουνε, μα εμείς τους λέμε ... φτάνει

Ξέρουμε, τι, είναι η Λευτεριά
Που όλοι μας πιστά υπηρετούμε
Δούλοι, δεν γίναμε ποτέ
Κι ούτε ποτέ δεν θα γινούμε

ΥΓ1 Τα ποιήματα της Μπέμπας Σουλάκη - Βακούρα "Σκόρπια Φύλλα" τυπώθηκαν στην Μυτιλήνη τον Αύγουστο του 1985 στο Τυπογραφείο του Δημήτρη Δούκα, σε ΕΚΑΤΟ αριθμημένα αντίγραφα ΕΚΤΟΣ ΕΜΠΟΡΙΟΥ. ... Εξώφυλλο : Γ.Ι.Κακαδέλλης

ΥΓ2 Για το Λογοτεχνικό Σάββατο του Blue

13.12.13

Το καλύτερο δώρο


Blue και το λογοτεχνικό του ...

Γιατί ρε φίλε το ωραιότερο δώρο? Κι αν δεν είναι ένα? Αν είναι πολλά? Αν δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις? Τι τότε? Δεν παίρνεις μέρος? Ε, εγώ θα πω την δική μου ιστορία κι ας με κρίνει ο άγνωστος αναγνώστης.

Τα δικά μου τα δώρα είναι πολλά και μικρά, αλλά όλα μαζί συνθέτουν το παζλ του ενός και μοναδικού ωραιότερου δώρου. Μικρά δώρα που το ένα πάνω στο άλλο ενωμένα συνέθεσαν το ένα. Αλλά ας το πιάσουμε από την αρχή.

Όλα ξεκίνησαν πριν 50 χρόνια, την μέρα που γεννήθηκα, από δυο υπέροχους ανθρώπους, που με τα καλά τους και τα στραβά τους, ποτέ δεν μου στέρησαν την αγάπη. Από ανθρώπους που παρότι πολλές φορές τσακωθήκαμε, άλλες τόσες σφιχταγκαλιαστήκαμε. Που αν και πολλές φορές αντίθετοι με τις επιλογές μου, κόντρα δεν μου πήγαν και με στήριξαν και με στηρίζουν μέχρι σήμερα.

Οι εναλλακτικοί μου, γονείς, παππούδες και γιαγιάδες. Της Μυτιλήνης μου οι άνθρωποι, οι αγαπημένοι. Αυτοί που στο σπίτι τους μπουσούλαγα και στο σπίτι τους άλλαξα τα πρώτα μου βήματα. Αυτοί που με κανάκευαν, μου έπαιρναν σοκολάτες σε εποχές που ήταν είδος πολυτελείας, αυτοί που μέχρι και σήμερα με στηρίζουν και βρίσκονται εκεί για μένα.

Το φευγιό από την Μυτιλήνη. Ο επαναπατρισμός στην Εύβοια. Στην Χαλκίδα στην αρχή και μετά στο χωριό. Στα μέρη μας. Εκεί ανακάλυψα ότι έχω συγγενείς. Αγαπημένα ξαδέρφια και κυρίως λατρεμένες ξαδέρφες. Που είναι εκεί για να περνάμε καλά, να διασκεδάζουμε, να κλαίμε, να γελάμε.

Εκεί αρχίζουν κι οι πρώτες εφηβικές και μετεφηβικές φιλίες. Φιλίες που μέχρι τώρα αποτελούν την μεγάλη σταθερή της ζωής μου. Την δεύτερη μου οικογένεια. Δεν θα αναφερθώ σε ονόματα, παρά μόνο στην Ν. Πάντα εκεί, να με κανακεύει, να με αγαπάει, διακριτικά αλλά και να μου τα χώνει και να προσπαθεί να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα μου.

Κάπου εκεί νέο δώρο. Η Κατερίνα. Έσκασε μύτη πάνω στην εφηβεία μου και κατάφερε με το πρώτο της νάζι να μου κλέψει την καρδιά. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά μου έφερε κι έναν αδερφό. Τον Αναστάση.

Γέλια, τρέλες, ξενύχτια, νοσοκομεία, θάνατοι, κλάματα, έρωτες. Όλα εκεί κι όλα σε σωστή αναλογία. Με επιλεκτική μνήμη, τυχερός, κρατάω τα όμορφα, τα χαρούμενα. Τα άλλα τα καταχωνιάζω, βαθιά μέσα μου, μέχρι να καταφέρω να τα διακωμωδήσω να τα αποδομήσω. Τότε τα ξαναβγάζω πάνω στην επιφάνεια και τα βανδαλίζω με την πρέπουσα σημασία!

Ξέφρενα πάρτι κάπου εκεί γύρω στα 20, ξενύχτια, νέες γνωριμίες, νέες φιλίες, άνθρωποι που δεν είναι μαζί μας ή που χαθήκαμε στην πορεία, αλλά οι δρόμοι κάποια στιγμή συναντήθηκαν.. Στάθηκα τυχερός, συνομίλησα με τον Τσαρούχη, έπαιξα τάβλι με τον Χατζιδάκι, με τάισε ο Ταχτσής, χόρεψα με τον Μπίλι Μπο, καφέ και κρουασάν με την Μελίνα, συνέφαγα με τον Ντέμη τον Ρούσο και την Fanny Ardant και και και ...

Κάπου εκεί γνώρισα κι εσένα, μου το έπαιζες δύσκολος, αλλά μετά από 10 χρόνια, ξημερώματα μου χτύπαγες το κουδούνι. Θυμάσαι? Εσένα που είσαι τα τελευταία 19 χρόνια δίπλα μου, μαζί μου, στα ευχάριστα και στα δύσκολα. Να με στηρίζεις και το κυριότερο να με αντέχεις!!! Ήρθες στο χωριό, μέναμε μαζί, δουλεύαμε μαζί κι ήρθε το 2004. Το μπαμ. Νέο φευγιό. Έπρεπε να ξανασταθούμε στα πόδια μας. Κι ήρθαμε Αθήνα.

Νέα αρχή. Δύσκολη, αλλά μαζί. Πάντα μαζί. Στους παλιούς φίλους προστέθηκαν κι άλλοι. Φίλοι καρδιάς. Τι φίλοι, οικογένεια. Ξαναμεγάλωσε η οικογένεια. Δεν ξέρω πως το καταφέρναμε αυτό. Σαν να γεννάγαμε φίλους καρδιάς. Ίσως ο Θεός ήξερε ότι επειδή παιδιά δικά μας δεν θα αποκτήσουμε, μας το αναπλήρωνε το κενό με όλους αυτούς τους ανθρώπους. Κάπου εκεί ήρθε κι η Αντωνία στην ζωή μας. Η Αντωνία κι όλοι οι άλλοι. Η Ζωή, η Κατερίνα κι ο Γιάννης, ο Γιώργος με την Αννούλα του, η Βάσω η τρελή ζουζούνα. Κι η οικογένεια όλο μεγάλωνε.

Καλά μην φανταστείτε ότι όλα όμορφα κι αγγελικά πλασμένα. Απλά μιλάμε για τους φίλους - δώρα - οικογένεια κι όχι για τους φίλους - φίδια - κατάρα. Αυτοί είναι άλλη ενότητα και επειδή δεν έχω μιλήσει μην φανταστείτε ότι τους έχω ξεχάσει. Απλά το είπα παραπάνω, καταχωνιασμένοι μέχρι να αποδομηθούν. Κι αυτοί όμως δώρα, χωρίς να το ξέρουν!!!

Κάπου εκεί κι η κρίση. Όχι στην ζωή μας, στην κοινωνία και κάπου εκεί γεννιέται το SinRadio. Κι άλλο δώρο. Να κι άλλοι δύο που ήρθαν να μπουν στην οικογένεια. Ο Θοδωρής κι η Ντίνα. Εκεί να δεις καυγάδες. Εκεί να δεις αγάπες. Εκεί να δεις κι άλλοι φίλοι. Εκεί να δεις νέα οικογένεια. Ούτε ο Ντον Κορλεόνε να ήμουνα. Κι έρχονται, κι έρχονται, κι έρχονται ...

Όλα αυτά, τα μικρά, τα ασήμαντα, τα τόσο μεγάλα και σημαντικά για μένα, είναι τα μικρά δώρα που απλόχερα μου χαρίστηκαν. Είναι όλα αυτά που αν τα συνθέσεις μου έδωσαν το καλύτερο δώρο. Την ίδια την ζωή. Αυτό είναι το καλύτερο μου δώρο. Η Ζωή που ζω...

υγ κι επειδή χλωμό να ξαναγράψω για το 2013 από καρδιάς σε όλους εσάς τους φίλους μου, την οικογένεια μου, τις στιγμές μου, τα δώρα μου, εύχομαι να είστε πάντα καλά και να είστε πάντα εδώ για να κάνουμε παρέα, ομορφότερη την ζωή μας. Καλές Γιορτές σε όλους!!!


23.10.13

Στον Καθρέφτη...


Έχετε καταλάβει ότι εγώ στα Λογοτεχνικά γράφω όταν είναι βιωματικό το θέμα. Δεν έχω το ταλέντο των Blue και Veronica. Για το σημερινό θεματάκι έχω ιστοριούλα όμως, εξ ου και συμμετέχω...

~~~ ~~~ ~~~

Από μικρός η σχέση μου με τον καθρέφτη, ήταν περίεργη. Δεν είμαι από τους τύπους που θα στηθώ με τις ώρες μπροστά του, προσπαθώντας να ανακαλύψω μυστικά και ντοκουμέντα.

Μια καλημέρα το πρωί, την ώρα που το νερό προσπαθεί να πάρει την νύστα από το πρόσωπό μου, λίγο περισσότερο στο ξύρισμα κι άντε στα μικράτα μου όταν πάστωνα το μαλλί με τον ζελέ. Συνήθως η ματιά ήταν από το στήθος και πάνω και επικεντρωνόταν στο πρόσωπο.

Οι όποιες ρυτίδες δεν με απασχόλησαν ποτέ. Τις κουβαλάω από μικρός. Έκφρασης λένε. Εντάξει με τα χρόνια βάθυναν. αλλά όταν τις κουβαλάς μια ζωή, δεν τις παρατηρείς. Θυμάμαι μια φίλη και κομμώτρια, την Δέσποινα, που μια ζωή μου φώναζε ... βάζε μια κρέμα στο πρόσωπό σου, αμαρτία είναι ... αλλά ποιος την άκουγε. Όσο για τα μαλλιά της κεφαλής και υπάρχουν πλούσια όπως παλιά και στο καστανό τους το χρώμα, με πέντε μετρημένες λευκές τρίχες.

Μέχρι εκεί λοιπόν έφτανε η χάρη του καθρέφτη στην ζωή μου, ώσπου πριν λίγο καιρό ...  βρίσκομαι σε διακοπές, σε καλούς φίλους κάπου στην Κεντρική Ελλάδα.

Πρωινό ξύπνημα, καφεδάκι στην βεράντα, πέφτει κι η ιδέα, όμορφη μέρα, δεν πάμε για ποτάκι στην θάλασσα, σ' ένα καφέ που άνοιξε πριν λίγες μέρες? Δεν θέλαμε και πολύ και σε λίγο βρισκόμαστε στο καφέ, πάνω στο κύμα, μ' έναν ήλιο να μας ζεσταίνει και κουβεντολόι. Το κουβεντολόι εξελίχτηκε σε ταβλομαχίες κι ο καφές σε ουζάκι. Τα στομάχια άρχισαν να βαράνε τα δικά τους τα βιολιά, πληρώσαμε και σηκωθήκαμε να πάμε για τα αυτοκίνητα και για το γειτονικό χωριό, το ονομαστό για τα παϊδάκια του και όχι μόνο.

Ε, μια επίσκεψη και στην τουαλέτα για το καθιερωμένο άδειασμα της κύστης, νομίζω ότι το καταλαβαίνετε πολύ καλά, πόσο επιβεβλημένη ήταν. Η τουαλέτα, η ατομική ... όσο μια γκαρσονιέρα ... και σαν να μην έφτανε αυτό κι ένας καθρέφτης να πιάνει όλον τον τοίχο, μήπως και δεν είσαι σίγουρος για το τι κάνεις, αλλά να έχεις και το οπτικό του θεάματος. Πιο κιτς τουαλέτα δεν έχω ματαδεί και πιστέψτε με, έχω επισκεφτεί πολλές!!!

Ε, όσο και να το θες, δεν γίνεται, το μάτι θα πέσει. Θα γυρίσει να κοιτάξει. Θα δει. Έτσι και το δικό μου. Την ώρα που έβγαινα, το μάτι μου έπεσε πάνω στον κύριο που αντέγραφε τις κινήσεις μου. Ναι έπιανε το πόμολο και ετοιμαζόταν να ανοίξει την πόρτα. Φόραγε τα ρούχα μου, έκανε τις ίδιες κινήσεις με μένα, αλλά δεν ήταν εγώ. Το πρόσωπο του θύμιζε το δικό μου. Θύμιζε τον πατέρα μου. Θύμιζε τον διάολο. Είχε μαύρα μάτια, ματωμένα. Χείλη σφιχτά. Πρόσωπο ρυτιδιασμένο, όχι από τον χρόνο, αλλά από μια απόκοσμη έκφραση. Μια έκφραση ανάμικτου θυμού και κακίας. Όχι δεν μπορεί αυτός που ήταν απέναντι μου να είμαι εγώ. Αυτός είναι κακός. Δεν μπορεί να είμαι εγώ. Έφυγα τρέχοντας.

Το βράδυ αραχτός στην βεράντα αναπολώ την μέρα που πέρασε. Το μυαλό μου γυροφέρνει την εικόνα στον καθρέφτη. Μια ανατριχίλα με διαπερνά. Επικεντρώνομαι πάνω της. Την αναλύω. Την αποδομώ. Προσπαθώ να καταλάβω ποιος ήταν στον καθρέφτη. Στην σιγαλιά της νύχτας και με το μυαλό καθαρό συνειδητοποιώ την αλήθεια. Μια αλήθεια πικρή. Μια αλήθεια που δεν ήθελα ποτέ να μάθω.

Εγώ. Εγώ. Εγώ ήμουνα ο άγνωστος του καθρέφτη. Ο κακός εγώ. Ο διαβολικός εγώ. Εγώ που προσπαθούσα να ξεχάσω την αρνητική μου φύση. Εγώ που έβλεπα μόνο την ωραιοποιημένη μου μορφή. Εγώ που αν με άφηνα ελεύθερο θα μπορούσα να κάνω το μεγαλύτερο έγκλημα στον κόσμο. Εγώ που εξαιτίας καταστάσεων, συνθηκών και πιέσεων άφησα την χαραμάδα ελεύθερη για να αποδράσει. Εγώ που είχα ξεχάσει την διττή φύση μου. Γιαυτό και τρομοκρατήθηκα. Γιαυτό κι έφυγα τρέχοντας μακριά από το είδωλό μου. Έτρεχα για να ξεφύγω από ποιον; Από εμένα...

υγ1 αυτό που είδα εκείνη την μέρα στον καθρέφτη, δεν μου άρεσε καθόλου. Κι ο πιο ευφάνταστος μακιγιέρ δεν θα μπορούσε να αποδώσει τόση κακία.

υγ2 Κι εσείς Κυρίες και Κύριοι ... Μην με προκαλείτε άλλο ... αν το ελευθερώσω ... πιστέψτε με ... δεν θα σας αρέσει καθόλου ... αυτό που θα δείτε ... αυτά που θα σας συμβούν ...



7.9.13

Σας περιμένω, ε?


Πάμε στα παλιά. Πίσω. Ώρες, ώρες μου θυμίζω τον πατέρα μου. Πίσω στα παλιά. Ιστορίες από τα ντουλάπια. Ξεχασμένες, αλλά και χιλιοειπωμένες. Με φοβίζει που όσο μεγαλώνω, μοιάζω. Παλιά δεν έμοιαζα ή έτσι θεωρούσα. Τώρα μοιάζω όλο και περισσότερο.

Πίσω λοιπόν στον Δεκέμβρη του 1975. Μαθητής της πρώτης γυμνασίου. Εννοείται αμούστακος, εννοείται παιδάκι. Γυμνασιόπαις πλέον που πριν λίγες μέρες η ζωή του έμελλε να αλλάξει με έναν τρόπο που στα μάτια του φάνταζε δραματικός.

Γιος δημοσίου υπαλλήλου, η ζωή μου, οι φιλίες μου, οι σχέσεις μου όλες βασίζονταν στις μεταθέσεις του πατέρα. Μέχρι τότε είχα φανεί τυχερός. Τίποτα δεν είχε συμβεί. Εκεί που γεννήθηκα, εκεί μεγάλωνα. Όλα αυτά πριν δεκαπέντε μέρες. Τότε ανακοινώθηκε η μετάθεση του πατέρα. Κι ο μικρός εύθραυστός μου κόσμος, έμελλε να ταρακουνηθεί από σεισμό 7 Ρίχτερ. Δεν θα μπω σε λεπτομέρειες και το τι σήμαινε αυτό για τον μικρόκοσμό μου. Θα πάω κατευθείαν στα γεγονότα.

Ήταν γεγονός, φεύγαμε. Πακετάραμε. Στέλναμε λίγα, λίγα πράγματα στην νέα μας διεύθυνση. Σε άλλη πόλη, σε άλλο νομό. Το σπίτι άδειαζε, κι όσο άδειαζε το σπίτι, τόσο γέμιζε η μελαγχολία την καρδιά μου. Οι γονείς μου, το έπιασαν. Έπρεπε κάτι να κάνουν άμεσα, έπρεπε να μου χρυσώσουν το χάπι, να το καταπιώ ευκολότερα. Η ιδέα έπεσε στο μεσημεριανό φαγητό μας κι ήταν αποδεχτή κι από τους τρεις μας. Πάρτι. Ναι θα γινόταν ένα αποχαιρετιστήριο πάρτι για τους φίλους μου. Βόλευε άλλωστε, το σπίτι είχε σχεδόν αδειάσει κι υπήρχε άπλετος χώρος για χορό και ξεφάντωμα.

Ορίστηκε κι η μέρα. Το τελευταίο Σάββατο, πριν το κλείσιμο του σχολείου για τα Χριστούγεννα. Άλλωστε την Κυριακή, την αμέσως επομένη δηλαδή σαλπάραμε. Οι δικοί μου ήθελαν να φύγω από το μέρος που γεννήθηκα με μια κεφάτη ανάμνηση.

Η προσμονή μεγάλη. Μέτραγα μια μια τις μέρες μέχρι το μεγάλο Σάββατο. Έτσι ήταν για μένα. Το μεγάλο Σάββατο. Είχα καλέσει όλους τους φίλους μου, αλλά και τους φίλους των φίλων μου και πάει λέγοντας η αλυσίδα. Είχε χαθεί ο αριθμός. Αλλά η χαρά μεγάλη για το πάρτι και κάπου είχε εξαφανιστεί η θλίψη του ξεριζωμού. Μελοδραματικό, αλλά ξεριζωμός για μένα.

Κι ήρθε η Παρασκευή, κι όλα ήταν έτοιμα. Παρότι στην καρδιά του χειμώνα, η παραγγελιά για γλυκό ήταν παγωτό. Ναι ήθελα παγωτό για φινάλε. Είχαν αγοραστεί και τα αναψυκτικά και τα βερμούτ για τα μεγαλύτερα παιδιά και τα ξηροκάρπια και τα διάφορα τα του μπουφέ ήταν έτοιμα. Είχε επιστρατευτεί μια γειτονιά ολόκληρη για τις ετοιμασίες.

Κι έφτασε και το Σάββατο. Κι άνοιξαν οι ουρανοί. Κι άρχισε να βρέχει και να βρέχει και να βρέχει. Κι οι δρόμοι να γίνονται ποτάμια κι η αγωνία μου για το πάρτι να χτυπάει κόκκινο. Κάτι τηλεφωνήματα που έγιναν ήταν αποκαρδιωτικά. Πως να έρθουμε; Δεν κυκλοφορεί τίποτα. Μακάρι να σταματήσει η βροχή. Τέτοια βροχή δεν έχει ξαναδεί το νησί. Κι όλο η βροχή να δυναμώνει κι αστραπές κι οι βροντές να σκίζουν τον ουρανό και τα δικά μου σωθικά.

- Σας περιμένω, ε;
- Σας περιμένω, Ε;
- ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ, Ε;

Το πάρτι ήταν για τις επτά. Η ώρα είχε πάει εννιά το βράδι και το κουδούνι δεν είχε χτυπήσει ακόμα. Άδειο το σπίτι κι από έπιπλα κι από ανθρώπους κι από συναισθήματα. Βροχή και παγωνιά παντού. Και μέσα κι έξω. Εγώ πίσω από την πόρτα να περιμένω να ακούσω. Να γίνει κάτι. Τίποτα. Μόνο αστραπές και βροντές.

Δέκα παρά, χωμένος σε μια γωνιά στο άδειο σαλόνι,  με έκφραση δαρμένου σκύλου, έτοιμος να βάλω τα κλάμματα ... ντρινννννννννννννννννννννννννννν

Το κουδούνι!!! Η πόρτα!!! Ήρθε!!! Έστω κι ένας, κάποιος ήρθε!!! Ανοίγω την πόρτα. Κι αρχίζουν να μπαίνουν και να μπαίνουν και να μπαίνουν και να μπαίνουν. Ένας πρόχειρος υπολογισμός έδειχνε πάνω από 150 άτομα!

Το σπίτι γέμισε!!! Ευτυχώς δεν υπήρχαν έπιπλα!!! Φωνές, αγκαλιές, φιλιά!!! Το φορητό πικ απ, που κουβάλαγε σε όλα μας τα πάρτι ο Γιώργος, στήθηκε. Ο πρώτος δίσκος μπήκε.

Η μεγάλη κυρία της Disco, η Gloria Gaynor είχε χτενίσει το άφρο μαλλί της προσεχτικά, είχε φορέσει το glitter make up της, φόρεσε το φόρεμα το στραφταλιζέ με τις βάτες, έπιασε το μικρόφωνο κι άρχισε να μας δονεί με την επιτυχία της Never Can Say Goodbye και το πάρτι ξεκίνησε.

υγ1 για το λογοτεχνικό Σάββατο της Βερόνικα
υγ2 αρκετά σκουριάσαμε, ας πιάσουμε τα πληκτρολόγια

14.11.12

Σε κλειστό στόμα δεν εισέρχονται μύγες

Κλείσε το στόμα σου ...
Θα μπει καμιά μύγα ...

Από μικρό παιδί, αυτές οι φράσεις με συνόδευαν παντού.
Πολυλογάς βλέπετε από τα μικράτα μου, αλλά και με πρόβλημα με κρεατάκια, οπότε το στόμα ανοιχτό.


Κλείσε το στόμα σου ...
Θα μπει καμιά μύγα ...


Σοβαρέψου, μην είσαι χάχας, μην γελάς, μην μιλάς.
Η σιωπή είναι χρυσός.
Άκου και μη μιλάς.


Κλείσε το στόμα σου ...
Θα μπει καμιά μύγα ...

Μην μιλάς για κόμματα, μην παίρνεις θέση πολιτική. Δεν χρειάζεται να ξέρουν τι είσαι. Αν σε ρωτάνε να λες πάντα ναι σε όλους. Μόνο ναι. Πάντα ναι...


Κλείσε το στόμα σου ...
Θα μπει καμιά μύγα ...

Γιατί πετάγεσαι; Γιατί λες την γνώμη σου; Σε ρώτησε κανείς; Νομίζεις ότι μας νοιάζει τι πιστεύεις; Νομίζεις ότι ενδιαφέρει κανένα η γνώμη σου;

Κλείσε το στόμα σου ...
Θα μπει καμιά μύγα ...


Μια ζωή κλείσε το στόμα σου. Μια ζωή απαγορεύσεις. Μια ζωή πρώτα τα πρέπει και τα θέλω των άλλων. Τα δικά μου τα πρέπει και τα θέλω τα σκέφτηκε κανείς;

Η Ελλάδα βουλιάζει. Η Ευρώπη βουλιάζει. Και εσύ εκεί, να βλέπεις, αλλά...


Κλείσε το στόμα σου ...
Θα μπει καμιά μύγα ...


Πλησιάζω σε λίγο τα πενήντα. Μισό αιώνα ζωής. Μισό αιώνα με μη, με πρέπει, με καθωσπρεπισμούς μιας άλλης εποχής. Κι η φωνή εκεί, κάπου στο βάθος του μυαλού ...


Κλείσε το στόμα σου ...
Θα μπει καμιά μύγα ...

Πνίγομαι, δεν με ακούει κανείς; Δεν μπορώ να πάρω ανάσα, πνίγομαι. Βοήθεια. 

Κλείσε το στόμα σου ...
Θα μπει καμιά μύγα ...

Τέλος. Νισάφι πια. Θα το ανοίξω το στόμα κι όποιον πάρει ο χάρος.
Τέλος. Νισάφι πια. Θα το ανοίξω το στόμα κι ας μπουν όσες μύγες θέλουν. Κι ας καταπιώ όσες μύγες μπουν μέσα. Αν μη τι άλλο θα ανασάνω.

Άνοιξε το στόμα σου...
Θα πάρεις ανάσα...
Το έχουμε ανάγκη...





21.4.12

Η Τιμιότητα Είναι Ένας Αδίστακτος Εκτελεστής

Στις 21 Απριλίου του 1967 και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαΐου, αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, και συμμετοχή του ταξίαρχου Στυλιανού Παττακού και του συνταγματάρχη Νικόλαου Μακαρέζου κατέλαβαν την εξουσία με πραξικόπημα. 






Για την συνέχεια ... στο Λογοτεχνικό Σάββατο

25.3.12

Αυτό τόχω ξαναζήσει...

25η Μαρτίου 1972. Μυτιλήνη. Η πόλη σημαιοστολισμένη, φοράει τα γιορτινά της. Ο καιρός ανοιξιάτικος, ζεστός. Η ετοιμασία μεγάλη για την παρέλαση και την εθνική εορτή. Επίσημος καλεσμένος ο Στυλιανός Παττακός. Αντιπρόεδρος της τότε κυβερνήσεως της χούντας.

Αστυνομία παντού. Ακόμα και μέσα στο βρατσί μας. Άλλοι με τις στολές τους, άλλοι, οι περισσότεροι με τις κλασικές καπαρντίνες της εποχής, καβουράκι και μαύρο γυαλί ηλίου. Που βρεθήκαν όλοι αυτοί; Λένε ότι τους φέραν με πλοίο της γραμμής, αποκλειστικά ναυλωμένο για αυτούς. Η πόλη αστακός.

Εγώ μαθητής της τρίτης δημοτικού. Ετοιμαζόμαστε για να παρελάσουμε. Να τιμήσουμε τους ήρωες του '21 και τον "ήρωα" της χουντικής "επαναστάσεως". Κόσμος παντού. Τους υποχρέωσαν να κατέβουν, να τιμήσουν. Ντυμένοι κυρίως στα μαύρα, από αντίδραση, από πένθος για την Δημοκρατία. Πρόσωπα σκυθρωπά, βουβά. Δεν υπήρχε η χαρά των άλλων χρόνων.


25η Μαρτίου 2012. 40 χρόνια μετά. Αθήνα, Ελλάδα. Η πόλη, η χώρα, σημαιοστολισμένη, φοράνε τα γιορτινά τους. Ο καιρός ανοιξιάτικος, ζεστός. Η ετοιμασία μεγάλη για την παρέλαση και την εθνική εορτή. Επίσημος καλεσμένος ο "πρόεδρος της δημοκρατίας" Charles Papoulias και ο Λουκάς Παπαδήμος, δοτός πρωθυπουργός της δοτής κυβέρνησης.

Αστυνομία παντού. Ακόμα και μέσα στο βρατσί μας. Λένε για πάνω από 7,000 μόνο στην Αθήνα. Σε όλη την Ελλάδα το ίδιο σκηνικό. Οι πόλεις άδειες βουβές. Οι παρελάσεις γίνονται ερήμην του κόσμου. Έχει βγει στρατιωτική διαταγή ο κόσμος να παραμείνει κλεισμένος στα σπίτια του.

Προσπαθώ να φτάσω στο κέντρο. Με σταματάνε. Μου ζητάνε ταυτότητα. Ξέρετε δεν μπορείτε να πάτε παραπάνω. Απαγορεύεται. Γίνεται γιορτή στο Σύνταγμα. Παρέλαση. Είστε ανεπιθύμητος να συμμετάσχετε. Είναι γιορτή για την Επανάσταση του '21.

Την Χούντα την έχω ξαναζήσει. Τότε έπεσε. Ο κόσμος την έριξε. Τώρα; Με πονάει η καρδιά μου. Δεν μπορώ άλλο.... Αυτό τόχω ξαναζήσει...

υγ Για το Λογοτεχνικό Σάββατο

18.3.12

Στον Κινηματογράφο...

Άγριο πράγμα να διακόπτεται ο ύπνος σου από τον ήχο του τηλεφώνου 2 η ώρα την νύχτα. Ποτέ δεν είναι για καλό. Τουλάχιστον ποτέ δεν είναι για καλό στο δικό μου τηλέφωνο. Έτσι κι αυτό το βράδυ. Θα ήταν περασμένες 2, να μην πω καλύτερα 3 παρά και ο ήχος του τηλεφώνου ακούστηκε απειλητικός μέσα στην νύχτα.

- Συγγνώμη για την ενόχληση. Είστε ο Παύλος;
- Ναι ποιος είναι, τι συμβαίνει;
- Συγγνώμη ξανά για το ακατάλληλο της ώρας, σας παίρνουμε τηλέφωνο από τον Κινηματογράφο Αθηναϊκό, ξέρετε στην Ομόνοια.
- Όχι αγαπητέ μου, δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω.
- Ξέρετε, βρήκαμε έναν κύριο γύρω στα 60, ματωμένο ... στα πίσω καθίσματα του κινηματογράφου.
- Εγώ τι θέλετε να κάνω; Πως βρήκατε το τηλέφωνό μου;
- Στα χέρια του κράταγε ένα χαρτί με το τηλέφωνό σας. Θέλετε να έρθετε πριν καλέσουμε την αστυνομία;
- Δεν θα έπρεπε να καλέσετε και ένα ασθενοφόρο; Ο άνθρωπος είναι ματωμένος.
- Ξέρετε ... δεν θέλουμε σκάνδαλα στον σινεμά ...

Τριάντα χρόνια πίσω. Σε ένα πανηγύρι κάπου σε ένα χωριό στην Εύβοια. Αύγουστος ήταν. Τα πανηγύρια της Παναγιάς. Εκεί μια μεγάλη παρέα, θα ήμασταν καμιά 35 παιδαρέλια. Δεν αφήναμε πανηγύρι για πανηγύρι στην ευρύτερη περιοχή που να μην πάμε.

Εκείνο το βράδυ στην παρέα μας υπήρχε νέα άφιξη. Ο Λάκης. Ψηλόλιγνος, όμορφος θα έλεγες, με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Φόραγε, ναι το θυμάμαι σαν χθες, ένα μεταξωτό κουστούμι. Με νωχελικές κινήσεις, είχε κάτι που σε μαγνήτιζε. Μόλις είχε επιστρέψει από την Γαλλία που έμενε και δούλευε σαν φωτομοντέλο. Ήρθε στην Ελλάδα να δοκιμάσει την τύχη του στον κινηματογράφο. Κάτι μου έλεγε ότι θα γινόταν πολύ μεγάλο όνομα.

Τα χρόνια κυλούσαν. Ο Λάκης όντως έκανε μια μεγάλη καριέρα. Έγινε πρώτο όνομα. Πήρε βραβεία σε φεστιβάλ, πρωταγωνίστησε στις πιο επιτυχημένες σειρές της τηλεόρασης. Όλοι ήθελαν να φωτογραφηθούν μαζί του. Να είναι στην παρέα του, στα μεγάλα πάρτι στα κοσμικά κέντρα που έκανε. Όλοι μιλούσαν για τον Λάκη και όλες οι γυναίκες ήταν ερωτευμένες μαζί του. Τον ήθελαν στο κρεββάτι τους. Ήταν ο πόθος και το πάθος τους.


Για τον Λάκη όμως ο πόθος και το πάθος ήταν οι άντρες και η λευκή σκόνη. Ζούσε το δικό του δράμα, κάτω από την μάσκα του ψεύτικου χαμόγελου, της επιτυχίας και της καταξίωσης. Έπαιζε θέατρο στο σανίδι, έπαιζε και στην ζωή. Ήταν πολύ μεγάλο αυτό που συνέβη για να το αντέξουν οι πλάτες του. Από την μια είχε όλα αυτά που ποθούσε η καρδιά του, από την άλλη όμως δεν μπορούσε να έχει την αγκαλιά και το φιλί που πάντα επιθυμούσε. Η λευκή η σκόνη ήταν το εισιτήριο για το όνειρο.

Τα χρόνια περνούσαν γρήγορα κι αποτυχίες διαδέχονταν σιγά σιγά τις επιτυχίες του πρώτου καιρού. Ο Λάκης άρχιζε να περνάει στα αζήτητα. Είχε μεγαλώσει κιόλας. Ο κόσμος τον ξέχασε. Τα φώτα της ράμπας έσβησαν. Κατά καιρούς τον συναντούσα και κάθε φορά τον έβλεπα όλο και πιο βυθισμένο.

Ξημερώματα στον κινηματογράφο Αθηναϊκό στην Ομόνοια. 2 έργα σεξ κάθε βράδυ μετά τις 10. Τα φώτα αναμμένα στην πλατεία. Στα τελευταία καθίσματα πεσμένος ένας ψηλόλιγνος άντρας, με ματωμένο το πρόσωπο, εμφανώς γερασμένος, ταλαιπωρημένος αλλά με μια αξιοπρέπεια που δεν ταίριαζε ούτε στον χώρο ούτε και στην εμφάνισή του.

Ήταν ο Λάκης. Αυτή η παλιά δόξα του θεάτρου. Είχε πάει να ζητήσει ερωτικό σύντροφο μέσα στην ανωνυμία της  σκοτεινής βρόμικης αίθουσας. Η κατάληξη ήταν ο άγνωστος να γρονθοκοπήσει τον Λάκη. Τον μάζεψα ήρθαμε σπίτι μου. Του έπλυνα το πρόσωπο, ευτυχώς ήταν επιφανειακά τα χτυπήματα. Του έφτιαξα κάτι να φάει και του έβαλα μια κούπα ζεστό καφέ. Άρχισε να μου μιλάει. Να μου λέει την ζωή του. Για την αρχή, την μεγάλη δόξα, την κατάρρευση του ειδώλου. Τον ρώτησα γιατί είχε το δικό μου το τηλέφωνο. Η απάντηση αποστομωτική. Θυμάσαι εκείνο το καλοκαίρι στο πανηγύρι; Πάντα θα ήθελα να σε είχα φίλο και πάντα κάτι μέσα μου, μου έλεγε ότι εσύ θα είσαι εκεί όταν όλα θα τελειώσουν.

Τον φιλοξένησα αρκετό διάστημα. Μπήκε και σε κέντρο αποτοξίνωσης. Κατάφερε να καθαρίσει. Άρχισε να στέκεται πάλι στα πόδια του. Να γίνεται ο Λάκης των νεανικών μας χρόνων. Ο Λάκης που ήθελε να πετύχει στην ζωή. Αυτή τη φορά είχε και προίκα όμως. Την σοφία που του είχε δώσει η πείρα της ζωής. Έδωσε μια συνέντευξη σε μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδα και μίλησε για όλη του ζωή, χωρίς να κρύψει το παραμικρό. Ήταν μια κατάθεση καρδιάς αυτή η συνέντευξη. Δεν άργησε να έρθει και η πρόταση για δουλειά. Πρωταγωνιστικός ρόλος σε μια νέα ταινία.

Πρεμιέρα της ταινίας, στο Άστυ, στον κινηματογράφο. Όλη η Αθήνα είναι εκεί. Τα φώτα σβήνουν, ησυχία στην αίθουσα. Δύο ώρες μετά και με αναμμένα τα φώτα της αίθουσας, όλος ο κόσμος είναι όρθιος και χειροκροτεί. Ο Λάκης παρακολουθεί όρθιος από την πόρτα. Χαμογελάει και φεύγει.

Σήμερα βρίσκεται σε κάποιο νησί, με ένα σπιτάκι πάνω στο κύμα και με έναν σύντροφο ζωής παρέα. Έρχεται στην Αθήνα μόνο όταν είναι να παίξει στο θέατρο ή να γυρίσει κάποια νέα ταινία. Ήρεμος, όμορφος και ζωντανός. Του δόθηκε η δεύτερη ευκαιρία. Την άρπαξε και την διαχειρίστηκε σωστά αυτή την φορά.

υγ Για Το Λογοτεχνικό Σάββατο

8.3.12

Αυτό δεν το περίμενα...

Έπεσα, χτύπησα. Σηκώθηκα ξανά, σκούπισα τα αίματα, συνέχισα.

Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Όλη μου η ζωή μία πάλη, ένας αγώνας επιβίωσης, επιβεβαίωσης, καταξίωσης. Κουράστηκα, απόκαμα πια. Μέχρι πότε. Θεέ μου αν με ακούς δώσε ένα τέλος. Δεν το βλέπεις;

Από μικρό παιδί μια ευχή άκουγα. Χώμα να πιάνεις χρυσάφι να γίνεται. Όλα του κόσμου τα καλά στα χέρια σου. Όλες οι ευχές του κόσμου να σε συντροφέυουν στην ζωή. Αυτό, απ’ όλους, πάντα μια ευχή.

Ένας μόνο. Μάλλον μία. Έπαιζα στον κήπο με κοντά παντελονάκια και μια γυνεκεία φωνή πίσω από την πόρτα της αποθήκης ακούστηκε να λέει : Χρυσό να πιάνεις, λάσπη να γίνεται. Στάχια να θερίζεις άχυρα να μαζεύεις.

Δεν έδωσα σημασία, τα χρόνια πέρναγαν. Μεγάλωσα. Σπούδασα. Έπιασα δουλειά από τα δεκαοχτώ μου χρόνια. Πολλές σε φορές και σε δυό ή τρεις δουλειές. Θα μπορούσες να πεις ότι έχω βγάλει λεφτά, πολλά λεφτά. Κάποιος που δουλεύει 30 χρόνια, δεν μπορεί, λεφτά θα έχει.


Απόκαμα, έγειρα κι έκλεισα τα μάτια. Ήρθες στον ύπνο μου, σαν φωνή στην αρχή. Σιγά σιγά έπαιρνες μορφή. Ήσουν εσύ. Δεν το πίστευα. Εσύ με την κουβέρτα που μου έπλεκες, με αυτήν την κόκκινη κλωστή. Καθιστή με ένα κόκκινο κουβάρι στην ποδιά και το βελονάκι σου να πλέκεις.

Έπλεκε τα τριαντάφυλλα που θα στόλιζε την κουβέρτα. Έπλεκε και μονολογούσε : Χρυσό να πιάνεις, λάσπη να γίνεται. Στάχια να θερίζεις άχυρα να μαζεύεις. Αυτό δεν το περίμενα. Τι κακό σου είχα κάνει; Γιατί; Δεν μπορούσα να το καταλάβω. Δεν το χώραγε ο νους μου.

Τα χρόνια πέρναγαν και πέρναγαν και πέρναγαν. Στο μυαλό μου πάντα τα λόγια σου. Μεγάλωσα εγώ κι εσύ γέρασες. Λίγο πριν το τέλος με φώναξες. Ήθελες συγχώρεση, να φύγεις ελεύθερη για το ταξίδι σου. Σε φίλησα, σου ευχήθηκα καλό ταξίδι αλλά συγχώρεση δεν μπόρεσα...

Πέρασαν σχεδόν δέκα χρόνια από τότε που έφυγες. Σήμερα ο δρόμος με έβγαλε σε ένα νεκροταφείο. Μπήκα μέσα, άναψα ένα κερί για την ψυχή σου, να είσαι καλοτάξειδη, να είσαι καλά όπου κι αν βρίσκεσαι. Σου έδωσα και την συγχώρεση που σου αρνήθηκα τότε.

Την κόκκινη κουβέρτα με τα τριαντάφυλλα την κρατάω ακόμα. Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή σου.

Υγ Για το λογοτεχνικό Σάββατο της Verόnica και της Ελένης.

4.3.12

Πολύτιμα Αντικείμενα...

Από μικρό παιδί χάζευα τις βιτρίνες στα σπίτια της Μυτιλήνης. Ξέρετε αυτά τα έπιπλα από μαόνι ή καρυδιά με τις κρυστάλλινες προθήκες και τα χιλιάδες μικροαντικείμενα μέσα. Πάντα τα ζήλευα, κυρίως τις πορσελάνινες τις μινιατούρες, για δαχτυλάκια τόσο δα μικρά, πιο μικρά κι από νεογέννητου παιδιού.

Μου αρέσει να μαζεύω πράγματα από ταξίδια, αναμνήσεις που κουβαλάνε μυρωδιές, χρώματα, ήχους. Μου αρέσει περισσότερο απ'όλα όμως, πράγματα που μου θυμίζουν ανθρώπους. Που μου τα έχουν δώσει από τα σπίτια τους μέσα.

Θυμάμαι μικρό παιδί χάζευα τον παππού μου να γυρνάει από τα χωράφια, να του ψήνει η γιαγιά τον καφέ στην χόβολη κι αυτός να κάθεται και να παίζει με το μπεγλέρι του. Τέσσερις χάντρες όλες κι όλες, από κίτρινο κεχριμπάρι. Χοντρές, δεμένες μεταξύ τους με μπορντό μεταξωτό νήμα. Είχε μια τελετουργία όλο αυτό, μια μαγεία που στα παιδικά μου μάτια φάνταζε εξωπραγματική.

Εκεί πήρα την απόφαση, μικρό παιδί να κάνω και εγώ την δική μου συλλογή, να γεμίσω την δική μου βιτρίνα με χάντρες περασμένες μέσα σε νήματα. Χρώματα, ήχοι, μυρουδιές. Σε όποιο ταξίδι κι αν πήγαινα πάντα κουβάλαγα κι ένα κομπολόι. Δεν με ενδιέφερε να είναι αξίας. Πρώτα κοίταζα το χρώμα. Μετά το έπιανα στα χέρια. Έπαιζα τις χάντρες, άκουγα τον ήχο, το έκλεινα στην παλάμη μου, το πλησίαζα στην μύτη μου κι αν αυτό μου ψιθύριζε γλυκές μουσικές τότε το αγόραζα.

Φίλοι που το ξέρουν, πάντα μου φέρνουν κομπολόγια για δώρο. Κάποια πολύτιμα, κάποια φτηνά αλλά, τόσο αγαπημένα. Το καθένα ξεχωριστό. Βιτρίνα δεν απέκτησα ποτέ. Πήρα όμως ένα μεγάλο κεραμικό κουτί και τα έβαλα μέσα. Κάποια γλιστράνε έξω, κρέμονται, παίζουν με το φως και τον αέρα.
Λογοτεχνικό Σάββατο από τη φίλη Verónica Marsá

Πριν χρόνια μου έκαναν δώρο για τα γενέθλιά μου κάποιον Αύγουστο ένα κομπολόι από βασιλικό κεχριμπάρι της Βαλτικής. Είχε το πιο απίστευτο χρώμα που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. Ανάλογα με το φως άλλαζε και το χρώμα του. Έλαμπε στο φως της μέρας και σκοτείνιαζε το βράδυ. Ήταν το καμάρι μου. Η αγάπη μου η μεγάλη. Το κρατούσα σφιχτά και το χάιδευα. Δεν το έδινα σε άνθρωπο να το πιάσει. Ήταν παλιό και εύθραυστο. Δεν ήθελα να μου σπάσουν κάποια χάντρα. Δεν ήθελα να μοιραστώ την ηδονή του να το κρατώ με κάποιον άλλο. Όλοι το ζήλευαν. Όλοι ήθελαν να το πιάσουν. Όλοι ήθελαν να το παίξουν ανάμεσα στα δάχτυλά τους. Το ήθελε κι ο Γιώργος.

Ο Γιώργος αγαπημένος φίλος, αδερφός θα έλεγα και κουμπάρος. Εκείνον τον Δεκαπενταύγουστο του βαφτίσαμε την κόρη. Το βράδυ βγήκαμε να γιορτάσουμε το Μαράκι μας. Την βαφτισιμιά μας, αλλά και τα γενέθλιά μου που ήταν την επομένη μέρα. Στο τραπέζι γέλιο, χαρά και το κομπολόι να παίζει ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Ο Γιώργος έψαχνε αφορμή να το πάρει να παίξει κι αυτός. Δεν του το έδινα, φοβόμουν ότι θα το σπάσει. Ότι θα μου το καταστρέψει. Τον πείραζα και του έλεγα ότι δεν είναι για τα δάχτυλα του αυτό το κομπολόι. Τον άφηνα μόνο να το πιάνει ενώ το κρατούσα εγώ. Ποτέ όμως να το παίξει μόνος του.

Σε δεκαπέντε μέρες, αρχές Σεπτέμβρη του 2003 ήταν κτύπησε τα χαράματα το τηλέφωνο. Μια φωνή γυναικεία, που έτρεμε μου ανακοίνωσε πως ο Γιώργος έφυγε. Δεν κατάλαβα από τον ύπνο, νόμισα ότι κάπου πήγε. Μέχρι να μου φωνάξουν ο Γιώργος πέθανε. Έφυγε, πως αλλιώς να στο πούμε.

Την επομένη έγινε η κηδεία. Ο Γιώργος, ο φίλος μου ανάμεσα στα λουλούδια στα 34 χρόνια του. Όχι δεν είναι αλήθεια. Ταινία γυρνάμε. Όνειρο βλέπω και θα ξυπνήσω. Ένα κακό όνειρο. Κάποιος μου κάνει κακόγουστη φάρσα. Κάποιος ζήλεψε τα γέλια μας και τις χαρές μας. Δεν μπορεί.

Το κομπολόι, το κομπολόι στα δάχτυλά μου και τα δάκρυα στα μάτια μου. Δώστε τελευταίο ασπασμό. Δεν μπορεί. Δεν πιστεύω ότι αυτό ήταν. Δεν μπορεί 34 χρονών να φεύγει έτσι. Και το κομπολόι εκεί, ανάμεσα στα δάχτυλά μου. Το κομπολόι που δεν άφηνα να παίξει μην μου το σπάσει. Μην το χάσω. Κι έχασα τον Γιώργο. Δώστε τελευταίο ασπασμό. Πλησιάζω. Τον αγκαλιάζω, τον φιλάω, του εύχομαι να είναι καλοτάξιδος εκεί που πάει, του ανοίγω το χέρι, περνάω μέσα το κομπολόι να του κρατάει συντροφιά. Εγώ δεν το χρειάζομαι, δεν χρειάζομαι πολύτιμα αντικείμενα. Εγώ χρειάζομαι τους φίλους μου. Εγώ χρειάζομαι τους ανθρώπους.