Showing posts with label ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΣΑΚΗ. Show all posts
Showing posts with label ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΣΑΚΗ. Show all posts

5.6.08

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΥΣΤΙΚΟ

Βρώμικος, με γενειάδα, αδυνατισμένος. Σαν το φάντασμα χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μας.

Το ωραιότερο δώρο που μου έκανε η ζωή, εκτός από τον γιό μου.

Μια βαθειά θλίψη σκέπαζε τα μάτια του. Δεν θα σου πω για τις σκηνές που εκτυλίχθησαν, μπορείς άλλωστε να το καταλάβεις. Τον είχαμε νεκρό, κι αυτός σαν τον Λάζαρο ήρθε. Τον είχαμε ξεγράψει από την ζωή μας, κι αυτός ήταν εκεί. Εγώ άλλωστε ποτέ δεν πίστεψα ότι είχε χαθεί. Κάτι μου έλεγε βαθειά μέσα μου ότι ο Θανάσης μου ζούσε.

Ναι, ζούσε και ήταν εδώ πάλι κοντά μου.

Μόνιμα θλιμμένος, είχε χάσει κάθε όρεξη για ζωή.

Θα με πεις εγωίστρια, αλλά δεν με ένοιαζε. Αρκεί που τον έβλεπα. Ο χρόνος θα τα γιάτρευε όλα, θα ξέχναγε. Υπομονή χρειαζόταν και καλή διάθεση, κι όλα θα γίνονταν όπως παλιά.

Ο Αλκίνοος ξανάνιωσε. Πήγαινε με κέφι στην δουλειά. Ξαναμπήκε η χαρά στο σπίτι μας.

Εννοείται ότι έγινε μια μεγάλη γιορτή προς τιμή του Θανάση μου. Ήταν όλη η καλή Αθήνα της εποχής. Σαν να μην είχε γίνει πόλεμος ποτέ. Σαν να μην είχαμε περάσει κατοχή. Είχαμε φέρει και ορχήστρα, έπαιζε βαλσάκια της εποχής. Σαν τις παλιές καλές μέρες. Και όλοι προσπάθησαν το βράδυ αυτό να ξεχάσουν, έστω και για μια βραδιά να διαγράψουν από το μυαλό τους τα άσχημα.

Ο καιρός πέρναγε, οι ρυθμοί γίνονταν φυσιολογικοί. Ο Θανάσης, ξαναπήγε στο γραφείο. Οι δουλειές πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Ο Αλκίνοος είχε φροντίσει πριν τον πόλεμο να αγοράσει γη. Χτίσαμε το πρώτο δικό μας σπίτι. Εδώ στο Κολωνάκι. Εδώ που είμαστε τώρα. Τότε βέβαια δύσκολα έρχονταν κάποιος να μείνει εδώ. Τώρα όλοι εδώ θέλουν, κι ας μένουν και σε υπόγεια. Αρκεί να λένε ότι μένουν στο Κολωνάκι. Τέλος πάντων.

Στην ιστορία μας πάλι.

Ότι μου είχε εκμυστηρευθεί ο Αλκίνοος, είχε ξεχαστεί. Στο είπα δεν θα το έβαζα εμπόδιο μπροστά σε αυτόν τον σπουδαίο άνθρωπο.

Άρχισα κι εγώ να βγαίνω. Να πηγαίνω σε καλέσματα, σε τσάγια και φιλολογικές βραδιές. Βρίσκαμε πάλι την ζωή. Την χαρά. Τι περίεργα όντα που είναι οι άνθρωποι! Τι απίστευτοι μηχανισμοί επιβίωσης. Πόσο εύκολα μπορούν και ξεχνάνε.

Μια Παρασκευή, θυμάμαι ήτανε, με είχε καλέσει η Κοκό, μια φίλη για τσάι στο σπίτι της. Έμενε στου Φιλοπάππου θυμάμαι τότε. Τα καλέσματα τότε γινόντουσαν νωρίς και κράταγαν κοντά 3 ώρες. Πήγα κατά τις 6. Μόλις είχε σερβίρει το τσάι η Κοκό και αισθάνθηκε μια ξαφνική αδιαθεσία. Πήγε να ξαπλώσει και όπως καταλαβαίνεις αναγκάστηκα να γυρίσω σπίτι.

Μια ησυχία επικρατούσε σε όλο το σπίτι. Κι όμως δεν έπρεπε. Ο Θανάσης και ο Αλκίνοος είχαν γυρίσει πολύ πριν φύγω εγώ. Ίσως να βγήκαν κι αυτοί. Ανέβηκα πάνω να αλλάξω. Μόλις έφτασα στην κρεβατοκάμαρα άκουσα αγκομαχητά. Άνοιξα δειλά την πόρτα …

Και τότε τους είδα αγκαλιά στο κρεβάτι με ένα κερί να φέγγει μόνο και σκιές να απλώνονται πάνω στα όμορφα κορμιά τους.

Σάστισα, δεν ήξερα τι να κάνω. Όχι δεν αισθάνθηκα προδομένη. Το ήξερα, όπως και ήξερα ότι ο πόλεμος είχε αλλάξει πολλά. Και κυρίως εμένα.

Γδύθηκα σιγά, αθόρυβα, και χωρίς να καταλάβω ποιο χέρι με έσπρωχνε χώθηκα ανάμεσά τους.

Το βράδυ εκείνο, έκανα έρωτα και με τους δύο. Με ένα απελπισμένο πάθος. Σαν να ήθελα από τι μια να τους χωρίσω κι από την άλλη να ενωθώ και γω μαζί τους.

Εκείνο το βράδυ έμεινα έγκυος στον πατέρα του Σάκη. Ποτέ δεν μάθαμε ποιος από τους δυό ήταν ο πατέρας.

Ο Αλκίνοος την άλλη μέρα αγόρασε δικό του σπίτι. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν ξέρω αν με τον Θανάση ξαναβρέθηκαν ερωτικά και δεν με ένοιαζε. Αυτό που είχε σημασία από δω και πέρα ήταν το παιδί που κουβάλαγα στα σπλάχνα μου. Και ήταν σίγουρα πολύ τυχερό. Είχε δυό πατεράδες.

8.2.08

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΝΤΙΟΠΗΣ

…Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

Μετά τον αρραβώνα πήγαμε στην Αίγυπτο. Να γνωρίσουμε την οικογένειά του. Τότε η Αλεξάνδρεια ήταν Ελληνική. Όμορφα χρόνια, ανέμελα.

Τι ήμουνα εγώ, ένα κοριτσάκι, κι ο Θανάσης μου ένα αμούστακο όμορφο παλικαράκι. Πήγαμε, γνωρίσαμε τους δικούς του. Τον πατέρα συγκεκριμένα και την μητριά του. Η μητέρα του είχε πεθάνει στην γέννα. Δεν την γνώρισε ποτέ. Η μητριά του τον αγάπησε σαν δικό της παιδί. Βλέπεις αυτήν, δεν την αξίωσε ο Θεός κάνει δικά της. Ο πεθερός μου ασχολιόταν με το εμπόριο. Όμορφος άντρας με το μουστακάκι του, το καλοραμμένο κουστούμι του, το κομπολόι του, το κεχριμπαρένιο. Κάπνιζε ναργιλέ και το σπίτι μοσχοβολούσε. Φιλίες πολλές δεν είχανε. Οι παλιές οικογένειες, τα τζάκια, δεν δεχόντουσαν που ο πεθερός μου είχε πλουτίσει. Τον θεωρούσαν παρακατιανό, ξένο, και ο Θανάσης μου δεν είχε φίλους, μόνο τον Αλκίνοο, τον κουμπάρο μας.

Μαζί από μικρά παιδιά. Η μάνα του Αιγύπτια κι ο πατέρας του Έλληνας. Περιφρονημένη οικογένεια κι αυτή. Το ‘φερε η μοίρα και οι δυό οικογένειες γίναν μία.

Ο πεθερός μου σπούδασε και τα δύο παιδιά, στα καλύτερα σχολεία. Ο Αλκίνοος δεν το ξέχασε ποτέ. Στάθηκε στον Θανάση μου και στην οικογένειά μας, πιο κι από αδερφός. Μελαχρινός, όμορφος, με μαύρα μάτια. Είχε πάρει από την μάνα του. Όλες οι κοπέλες τον λιμπίζονταν, μα αυτός δεν είχε μάτια για καμιά. Μετά τους έβαλε ο πεθερός μου και στην δούλεψή του και εξασφάλισε τον Αλκίνοο με το 30% της επιχείρησης. Η μοίρα τους ήταν δεμένη από παντού.

Ο γάμος μας λαμπρός, έγινε στην Πόλη, στο Φανάρι. Ήταν βλέπεις πιο εύκολο να έρθουν δυό οικογένειες στην Πόλη από τα να πάμε εμείς κάτω. Στην δεξίωση είχε έρθει όλη η Πόλη, Έλληνες και Τούρκοι. Τότε δεν υπήρχαν φανερές έχθρες μεταξύ μας. Ταξίδι κάναμε στην Ελλάδα, στην Αθήνα. Τι ήταν τότε; Στο Κολωνάκι έβοσκαν πρόβατα. Όμορφη πόλη. Από παντού έβλεπες την Ακρόπολη και τον Λυκαβηττό. Πως την κάνανε έτσι Θεέ μου;

Μετά Ιταλία, Γαλλία, Γερμανία. Έξη μήνες κράτησε το ταξίδι. Ήμασταν ήσυχοι, υπήρχε ο Αλκίνοος και όλα πήγαιναν ρολόι. Ώσπου μια μέρα λάβαμε ένα τηλεγράφημα. Έπρεπε να γυρίσουμε Αλεξάνδρεια αμέσως. Άσχημα τα μαντάτα. Μύριζαν φασαρίες και ο Αλκίνοος λόγω της μητέρας του είχε διασυνδέσεις με Αιγύπτιους αξιωματούχους και τα μάθαινε από πρώτο χέρι. Θα ερχόντουσαν δύσκολες μέρες. Κάναμε συμβούλιο και να μεταφέρουμε τις επιχειρήσεις μας στην Ελλάδα.

Παρ’ ότι γυναίκα ο Θανάσης μου με άφηνε να παίρνω μέρος.. Πίστευε ότι μια θηλυκή ματιά είναι πιο αντικειμενική και πιο διαισθητική. Δεν ήταν και τόσο εύκολο να το αποδεχτούν, άλλα τα χρόνια βλέπεις. Κι έτσι ήρθαμε Ελλάδα, στις αρχές του ’30. Μέσα σε δύο χρόνια ήρθαν κι οι δικοί μου γονείς από την Πόλη. Η οικογένεια έδεσε, οι δουλειές παντρεύτηκαν. Αγοράσαμε και σπίτι. Ένα μεγάλο αρχοντικό στην Πλάκα. Στο Κολωνάκι ήρθαμε το ’58.

Μέναμε όλοι μαζί τότε. Άλλα τα χρόνια. Οι οικογένειες μένανε ενωμένες, όλοι μαζί. Ήμασταν μονιασμένοι, δεν είχαμε τίποτα να μοιράσουμε.

Μετά ήρθε ο πόλεμος, ο Θανάσης μου έφυγε. Έμεινε πίσω ο Αλκίνοος. Μας φρόντισε, μας έσωσε. Στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, χάσαμε τους γονείς μας. Πέθανε ο ένας πίσω από τον άλλο. Δεν ήξερα για ποιόν να πρωτοπενθήσω. Για τους γονείς που έφυγαν ή για τον Θανάση μου που δεν έπαιρνα νέα του; Μείναμε οι δυό μας. Ο Αλκίνοος και γω.

Δύσκολα χρόνια. Δεν θέλω να τα θυμάμαι. Ο Αλκίνοος είχε δουλέψει καλά. Είχε αγοράσει γη, οικόπεδα πολλά, πριν τον πόλεμο και είχε κάνει τα κέρδη μας όλα σε χρυσές λίρες και κοσμήματα. Δεν πεινάσαμε δόξα τω Θεώ. Το σπίτι μεγάλο, άδειο πια. Αποφασίσαμε και μαζέψαμε κόσμο φτωχό, πεινασμένο, κυρίως παιδιά και νέους που είχαν χάσει τους δικούς τους. Να έχουν ένα κεραμίδι στο κεφάλι τους κι ένα πιάτο φαγάκι. Είναι αμαρτία να έχεις και να μην μοιράζεσαι. Έτσι, να αναπαυθούν και οι ψυχές των δικών μας. Εγώ στο σπίτι να φροντίζω τα παιδιά και ο Αλκίνοος στην δουλειά. Να προσπαθήσει να κρατήσει την επιχείρηση.

Τον έβλεπα που έλιωνε μέρα, με την μέρα. Μαράζωνε συνεχώς. Δεν θα άντεχα να τον χάσω κι αυτόν. Μόνο τα μάτια του είχαν μείνει να θυμίζουν τον παλιό καλό εαυτό του. Τον ρώταγα τι είχε, μα απάντηση δεν έπαιρνα. Μόνο κάτι μασημένα μισόλογα.

Μια μέρα γύρισε σπίτι ξαφνικά μεσημέρι, χλωμός, κίτρινος σαν το λεμόνι. Το Τάγμα του Θανάση μου, είχε πέσει σε ενέδρα κι είχε αποδεκατιστεί. Δεν ξέραμε αν είχε σωθεί κανένας. Δεν υπήρχαν καθόλου πληροφορίες. Ο Αλκίνοος κατέρρευσε. Έκλαιγε σαν μωρό παιδί. Φώναζε κι έλεγε ‘‘θα σκοτωθώ αν έχει πάθει κάτι, τι την θέλω την ζωή χωρίς αυτόν’’

Τότε κατάλαβα. Κατάλαβα πολλά. Κατάλαβα τι ένωνε αυτούς τους δύο άντρες. Σε άλλες εποχές θα είχα καταρρεύσει κι εγώ. Τώρα όμως όχι. Ότι καλό μου είχε αφήσει η ζωή ήταν ο Αλκίνοος. Αυτός ο υπέροχος άνθρωπος. Αν είναι αμαρτία η αγάπη, τότε ο πόλεμος που ζούσαμε τι ήταν; Μιλήσαμε πολύ, μου άνοιξε την καρδιά του.

Με τον Θανάση μου πρωτοανακάλυψαν παρέα τον έρωτα. Μετά γνώρισαν και τον έρωτα με τις γυναίκες. Όσο και να ακούγεται περίεργο, ήταν άλλες εποχές. Μπορεί να φαίνονταν πουριτανικές κι οι κοινωνίες κλειστές, μα ήταν αγνές. Ίσως δεν είναι αυτά τα σωστά λόγια. Ελπίζω να καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.

Όταν γνωρίστηκα με τον Θανάση, ο Αλκίνοος διακριτικά αποτραβήχτηκε από την ζωή του. Δεν έπαψε ποτέ όμως να τον αγαπά και να τον ποθεί. Αγάπησε κι εμένα όμως και δεν ήθελε με τίποτα να κάνει κάτι που θα με πλήγωνε.

Αν δεν είχε γίνει ο πόλεμος, αν δεν είχε αυτά τα νέα, αν ήξερε ότι ο Θανάσης μου ζούσε, δεν θα έλεγε ποτέ τίποτα. Το βάρος όμως μεγάλο που κουβαλούσε κι ο πόνος του χαμού του δυσβάσταχτος.

Πως τα φέρνει η ζωή; Να κλαίω και να πενθώ τον χαμό του άντρα μου, της μεγάλης μου αγάπης, στην αγκαλιά του εραστή του. Κι όμως δεν με ενοχλούσε καθόλου, δεν του κράταγα καμία κακία, δεν υπήρχε καν ζήλια στην καρδιά μου. Μόνο τρυφερότητα κι αγάπη αδερφική για αυτόν τον άνθρωπο.

Ο πόλεμος τέλειωσε. Σιγά, σιγά η ζωή ξανάβρισκε τους ρυθμούς της. Τα παιδιά, έφυγαν να βρουν τις οικογένειες τους. Μείνανε τρία, ορφανά, που τα πήρε ο Αλκίνοος στην δούλεψή μας. Δεν θ’ άντεχα να τους χάσω πάλι όλους. Δεν θ’ άντεχα κι άλλες απώλειες.

Με τον Αλκίνοο, δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ για τον Θανάση μας. Αλλά όσο και να σου κάνει εντύπωση από κείνο το βράδυ δεθήκαμε τόσο πολύ, που τίποτα δεν θα μας χώριζε πια.

Η ζωή μας είχε βρει τους ρυθμούς της. Πάντα όμως ήλπιζα και περίμενα ότι ο Θανάσης μου θα γύρναγε πίσω. Μου έλειπε. Ίσως επειδή είχε αρχίσει να χτυπά και το βιολογικό μου ρολόι. Ήθελα ένα παιδί. Και τόσα χρόνια με τον Θανάση μου δεν καταφέραμε να κάνουμε ένα. Ποιος έφταιγε, δεν ξέρω. Ο Θεός, μόνο ο Θεός ξέρει τις κινήσεις στην σκακιέρα του κόσμου. Ο καιρός πέρναγε ήσυχα, ώσπου μια μέρα στα σκαλιά του σπιτιού ήρθε ο Θανάσης μας.

26.1.08

ΣΤΟΝ ΚΑΝΑΠΕ

Αραχτός στον καναπέ, στο τζάκι μπροστά. Συντροφιά με ένα τσιγάρο και με ένα ποτήρι ουίσκι.
Από τις σκέψεις με έβγαλε το τηλέφωνο.
- Καλησπέρα, είμαι η Αντιόπη.
- Καλησπέρα τι κάνεις? Ο Θανάσης?
- Μια χαρά, τι λες έρχεσαι να πιούμε ένα καφεδάκι? Σπίτι είμαι μόνη μου. Έχω φτιάξει και πάστα φλώρα.
- Σε κανά μισάωρο θα είμαι εκεί.
Αραχτοί στον καναπέ, στο τζάκι μπροστά. Συντροφιά με ένα τσιγάρο και με ένα φλυτζάνι αχνιστό καφέ.
- Τα νέα σου.
- Πια νέα Αντιόπη μου. Ξανά στο μαγγανοπήγαδο. Εσείς πως τα πάτε. Ο άρρωστος τι κάνει?
- Μια χαρά είναι, έχει βγει βόλτα για τάβλι με τον κουμπάρο μας. Ήθελα να σε δω να τα πούμε. Να σου μιλήσω.
- Είμαι όλος αυτιά, αν και δεν ξέρω αν πρέπει να τα ακούσω. Όσο πιο πολλά ξέρεις τόσο πιο δύσκολη γίνεται η ζωή σου.
- Θα σου πω μια ιστορία, γίνεται και βιβλίο αν θέλεις. Από μένα έχεις το δικαίωμα και την ελευθερία να τα γράψεις όλα. Το αν θα το κάνεις είναι δικό σου θέμα. Απλά δεν θέλω και δεν μ’ αρέσει να βλέπω λάθη του παρελθόντος να επαναλαμβάνονται.
Από δω και πέρα θα προσπαθήσω να τα αφηγηθώ τα γεγονότα όσο καλύτερα μπορώ. Πολλές εκφράσεις είναι δανεισμένες από την αφήγησή της.
Η Αντιόπη γεννήθηκε στην Πόλη, αρχές του προηγούμενου αιώνα. Από πλούσια μεγαλοαστική οικογένεια. Ο πατέρας της έμπορος με καταγωγή από την Χίο και η μητέρα της Τουρκάλα. Στα μετέπειτα δύσκολα χρόνια αυτό τους γλύτωσε από πολλές φασαρίες. Μεγάλωσε με νταντάδες και με όλα τα καλά του Θεού. Τίποτα δεν της έλειπε και δεν της χάλαγαν κανένα χατίρι. Θα μπορούσε να είναι ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο, αλλά η μάνα της που ήταν από τις καλλονές της εποχής της, δεν το επέτρεψε ποτέ να γίνει. Μικρό κορίτσι έπαιζε με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς και με τουρκάκια ακόμα. Με παιδιά από φτωχότερες και κατώτερες οικογένειες. Αρκεί να είχαν τίμιο όνομα στην κοινωνία. Την βάφτισαν Χριστιανή, αλλά ποτέ δεν ακολούθησε καμία θρησκεία. Μια από τις αγαπημένες της ατάκες είναι ‘Ούτε Χριστό, ούτε Αλλάχ. Ελεύθερη θέλω να είμαι’. Κοντά στα 17, ήταν μια πολύ όμορφη και πλούσια κοπέλα. Νύφη πολύφερνη. Τα προξενιά δίνανε και πέρνανε. Αυτή όμως δεν ήθελε κανέναν. Θεωρούσε ότι ήταν πολύ μικρή για να παντρευτεί. Ο πατέρας αν και Έλληνας γινόταν Τούρκος. Σύμμαχός της η μητέρα της. Τα τσάγια και οι ρεβεράντζες δίνανε και παίρνανε. Φιλολογικές βραδιές, τραπέζια και καλέσματα. Και όλα αυτά με σκοπό τον γάμο. Το να βρει το παληκάρι εκείνο. Μοναχοκόρη κιόλας έπρεπε να αποκατασταθεί. Μέχρι και κάποιους Τούρκους ανώτερους αξιωματούχους της φέρανε.
Σε κάποιο λοιπόν σουαρέ της εποχής καλεσμένος ήταν και ένας νέος από την Αίγυπτο. Έτυχε να είναι για δουλειές στην Πόλη και τον κάλεσαν. Όμορφος, πολύ όμορφος. Με μια ομορφιά που δεν μπορούσες να την κατατάξεις στα συνηθισμένα πρότυπα. Θύμιζε άγαλμα. Αρχαίο Έλληνα. Ο Θανάσης μου. Και ευγενικός, συνεσταλμένος σαν κορίτσι.
Μόλις τον είδα είπα ή αυτόν ή κανέναν άλλον. Τα προβλήματα πολλά, δεν ξέραμε τίποτα για αυτόν, ούτε για την οικογένειά του. Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι ήταν ένας νέος έμπορος από την Αλεξάνδρεια που είχε έρθει στην Πόλη για να κλείσει κάποιες συμφωνίες. Πόσο θα καθόταν, που έμενε δεν το ήξερα. Μας σύστησαν, είδα στα μάτια του ότι και γω δεν του ήμουν αδιάφορη. Μετά από πολλές πιέσεις στον πατέρα μου εκείνο το βράδυ, και κυρίως με την συμβολή της μητέρας μου, ο Θανάσης ήταν σπίτι μας το επόμενο απόγευμα, καλεσμένος για τσάι. Η πρώτη επαφή είχε γίνει. Πέρασε με άριστα όλες τις εξετάσεις που τον υπέβαλε ο πατέρας μου και ένα απόγευμα δώσαμε λόγο. Τώρα στα λέω στα γρήγορα, γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι ο γάμος μου με τον Θανάση, όλα αυτά που έζησα, έμαθα και γνώρισα.
Έχεις όρεξη για να τα ακούσεις?
03 Allspice, Cinna...

15.1.08

ΑΠΕΡΓΙΑ

Του έδειξα εμπιστοσύνη.

Του άνοιξα το σπίτι μου και την καρδιά μου.

Δέχθηκα να του δώσω ότι πολυτιμότερο έχω.

Και αυτός;

Και αυτός;

Και αυτός;

Και αυτός;

Και αυτός;

Και αυτός, με πρόδωσε.

Τον περίμενα και δεν ήρθε ποτέ.

Τον περίμενε το βραβείο του.

Τον περίμενα εγώ.

Και αυτός;

Και αυτός;

Και αυτός;

Και αυτός;

Και αυτός;

Και αυτός;

Και αυτός, προτίμησε να μείνει με Κολομβιανό dealer.

Και εγώ;

Και εγώ;

Και εγώ;

Και εγώ;

Και εγώ;

Και εγώ, εδώ να περιμένω το τηλέφωνο να κτυπήσει.

Να τον ακούσω, να τον δω.

Μόνη παρηγοριά οι φίλοι.

Ο ΦΙΛΟΣ …

Μετά από αυτό γράφτηκα στο σωματείο σεναριογράφων του Hollywood.

Μετέχω στην απεργία τους.

Δεν έχει άλλο κεφάλαιο.

Αυτός που περίμενα δεν ήρθε ποτέ.

SEX WITH STRANGERS
SEX WITH STRANGERS...
Hosted by eSnips

10.12.07

ΔΙΛΗΜΜΑ

Ο παππούς, ο κυρ Θανάσης, χάρηκε μόλις είδε τον εγγονό του. Ίσως να ήταν και η θεραπεία του αυτή. Το γιατρικό του. Την ίδια μέρα τον βγάλανε και από την εντατική και μπήκε κανονικά σε δωμάτιο. Θα έμενε κανά 2 μέρες ακόμα μέσα μέχρι να είναι απολύτως βέβαιοι οι γιατροί ότι δεν έχει τίποτα. Όχι ότι είχε τελικά κάτι το σοβαρό. Μια αδιαθεσία, που πήρε υπερβολικά μεγάλη διάσταση λόγω ονόματος.

Η Αντιόπη έμεινε να του κρατήσει συντροφιά. Εγώ και ο Σάκης αναχωρήσαμε. Ήταν πολύ χαρούμενος. Θεώρησε ότι ο παππούς γλύτωσε επειδή ακούσαμε την χαρτορίχτρα και γυρίσαμε Ελλάδα. Τι να πω. Και γιατί να πω. Να του το χαλάσω;

Πήρα το σκυλί και με γύρισε σπίτι μου. Ήθελε να μείνω στο δικό του. Εγώ δεν ήθελα. Τουλάχιστον όχι μέχρι να ξεκαθάριζα κάποια πράγματα. Βλέπετε και γω δεν ήμουνα μανιτάρι να φυτρώσω μόλις γνώρισα τον Σάκη. Είχα μία ζωή. Είχα ήδη μία σχέση 3 χρόνια με τον Α. Έπρεπε να ξεκαθαρίσω και τα συναισθήματά μου, αλλά και να μιλήσω στον Α. Το δυσκολότερο πράγμα.

Αλλά ας τα πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πριν από περίπου 3 χρόνια γίναμε ζευγάρι με τον Α. Τον ήξερα πολλά χρόνια πριν. Κοντά 10. Πάντα μου άρεσε. Γίναμε φίλοι, ή μάλλον κάναμε παρέα λόγω κοινών φίλων. Τα έφερε έτσι η ζωή και βρεθήκαμε και ερωτικά. Και μετά αποφασίσαμε παρέα να συνεχίσουμε την ζωή μας, από κοινού.

Όταν ήρθε ο Σάκης ξαφνικά στην ζωή μου, ο Α ήταν ήδη εκεί. Καταλαμβάνοντας μάλιστα και ένα μεγάλο μέρος. Είχαμε πάρει την απόφαση και μέναμε και μαζί. Έπρεπε λοιπόν να πάρω αποφάσεις.

Το δίλλημα μεγάλο. Ίσως το μεγαλύτερο της μέχρι τότε ζωής μου. Με τον Σάκη ζούσα ή έτσι νόμιζα, το μεγάλο απόλυτο πάθος. Την πρόκληση. Τον Α. όμως τον αγαπούσα, με μια βαθειά αγάπη, αληθινή. Με τον Σάκη ήταν έρωτας. Με τον Α. αγάπη.

Τι θα διαλέγατε εσείς; Κάποιον που θα ζήσετε μαζί του έναν αβέβαιο έρωτα, αλλά όλα δείχνουν ότι κάθε άλλο παρά αβέβαιος είναι, και που μπορείς μαζί του να ζήσεις πράγματα ονειρεμένα ή κάποιον που τον αγαπάς πραγματικά, περνάς όμορφα μαζί του, είσαι και αισθάνεσαι ασφαλής, δεν σε έχει πληγώσει ή προδώσει ποτέ και σου έχει σταθεί στα πολύ δύσκολα;

Εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα. Με τον Α. είχαμε μία σχέση που πολλοί την ζήλευαν. Είναι η ήρεμη δύναμη στην ζωή μου. Πάντα εκεί, σιωπηλός, σίγουρος, δίπλα μου, με μια αγάπη που δεν περιγράφεται.

Ο Σάκης από την άλλη είναι ο έρωτας, το πάθος που εύχεσαι να ζήσεις έστω για μια φορά στην ζωή σου. Τι επιλέγεις λοιπόν;

Εγώ αν μπορούσα θα ήθελα και τα δύο. Και ναι μεν ο Σάκης ήξερε για τον Α., όχι ότι έδειξε να ενοχλείται ή να το έχει σχολιάσει ποτέ. Ο Α. από την άλλη δεν ήξερε τίποτα. Στο Λονδίνο νόμιζε ότι ήμουν για δουλειές και εγώ ζούσα το απόλυτο πάθος στην Αίγυπτο. Και γαμώτο μου, δεν του αξίζει τέτοια συμπεριφορά.

Ο κύβος για μένα είχε ριχθεί. Θα μίλαγα στον Α. και η απόφαση θα ήταν δική του. Τουλάχιστον θα του έδινα μια ευκαιρία, αν και αξίζει πολλές. Και θα την δεχτώ όποια κι αν είναι.

Heart of Gold
Heart of Gold.mp3
Hosted by eSnips

5.12.07

ΜΥΣΤΙΚΑ

Άχαρος ρόλος. Να λες σε κάποιον ότι κάποιος που αγαπάει πάρα πολύ είναι στο νοσοκομείο, και μάλιστα όχι και στην καλύτερη κατάσταση.

Έπρεπε, όμως να γίνει.

Αποφάσισα να του το πω το πρωί. Να τον αφήσω να κοιμηθεί. Να ξεκουραστεί. Άλλωστε και τι θα κερδίζαμε; Στην εντατική ο παππούς, να τον δούμε δεν θα μπορούσαμε. Άστο καλύτερα το πρωί, με το φως της μέρας. Να φύγουν οι σκιές της νύχτας από πάνω μας.

Το πρωί, ξύπνησα νωρίτερα από τον Σάκη. Κατέβηκα στην κουζίνα, του έφτιαξα καφέ και ανέβηκα στο δωμάτιο. Χάρηκε μόλις είδε τον καφέ. Που να φανταζόταν την συνέχεια. Επειδή δεν είμαι και ο τύπος που κάτι τέτοια τα φέρνω γύρω, γύρω μέχρι να τα ξεστομίσω, το είπα αμέσως.

- Σάκη, πιες τον καφέ και ντύσου.

- Γιατί που θέλεις να πάμε;

- Στο νοσοκομείο. Έχουν τον παππού σου εκεί, γι αυτό δεν τον είδαμε το βράδυ. Ντύσου λοιπόν να πάμε. Η Αντιόπη μας περιμένει εκεί.

Την κεραμίδα την έφαγε. Έπρεπε να μην τον αφήσω να σκεφτεί, να γίνουν όλα τόσο γρήγορα και να πάμε στο νοσοκομείο.

Ευτυχώς ήταν τόσο το σοκ, που οι αντιδράσεις ήταν από μηδαμινές έως ελάχιστες.

Φτάσαμε στο νοσοκομείο σε χρόνο μηδέν. Η Αντιόπη μας περίμενε στην καφετέρια. Άλλωστε δεν είχε έρθει η ώρα του επισκεπτηρίου.

- Καλημέρα, κοιμηθήκατε καλά; Πήρατε πρωινό, να σας παραγγείλω κάτι να φάτε;

- Καλημέρα, εντάξει είμαστε γιαγιά. Ο παππούς; Πότε θα τον δω; Οι γιατροί τι λένε; Πως έγινε;

- Σε μία ώρα ανοίγει το επισκεπτήριο και θα τον δεις. Καλά είναι, μια χαρά, μίλησα με τον γιατρό, τον γλύτωσε τον κίνδυνο.

- Καλά πως έγινε;

- Όπως γίνονται αυτά τα πράγματα σε ανθρώπους της ηλικίας μας. Απλά, ήσυχα, αθόρυβα. Κάποια στιγμή η καρδιά βαριέται να χτυπάει και κάνει κολπάκια. Έτσι απλά. Το ευχάριστο είναι ότι ήταν μαζί με τον νονό σου και τον μετέφερε αμέσως στην κλινική. Παίζανε τάβλι και αισθάνθηκε πόνο στο στήθος.

- Ο μπαμπάς, η μαμά το ξέρουν;

- Ναι τους το είπα. Αν χειροτερέψουν τα πράγματα θα επιστρέψουν Ελλάδα. Τώρα τι να κάνουν να έρθουν;

Αυτή η στάση που κρατάνε μερικοί άνθρωποι με αφήνει άφωνο. Να πεθαίνει ή έστω να είναι ο γονιός σου στην εντατική και εσύ να έρχεσαι μόνο αν χειροτερέψουν τα πράγματα. Να τα χέσω τα λεφτά τους και τις επιχειρήσεις τους. Αλλά εμένα τι λόγος μου πέφτει.

Ήρθαν ξανά οι γιατροί να μας δούνε και να συνοδεύσουν τον Σάκη να δει τον παππού του. Έμεινα μόνος με την Αντιόπη.

- Αντιόπη τι λένε οι γιατροί;

- Θα τα καταφέρει, έχει περάσει πολλά περισσότερα. Είναι γερό σκαρί. Δεν τον φοβάμαι, ποτέ δεν με έχει απογοητεύσει, δεν θα το κάνει τώρα.

- Είναι κάτι που δεν μας λες;

- Σαν τι δηλαδή;

-Δεν ξέρω, κάτι που έχουν πει οι γιατροί, οτιδήποτε.

- Όχι, μπορώ να σου πω ότι πιο πολύ προληπτικά τον βάλανε στην εντατική. Καμιά φορά το όνομα παίζει μεγάλο ρόλο.

- Για αυτό, δεν ήρθαν οι γονείς του Σάκη;

- Για αυτό και γι’ άλλα πολλά.

- Τι εννοείς;

- Άστα θα τα πούμε κάποια στιγμή. Πρέπει να μάθεις κάποια πράγματα για μας, για την οικογένειά μου. Αν χρειαστεί πρέπει να φροντίσεις τον Σάκη.

- Όποτε θέλεις, εγώ εδώ είμαι.

- Όταν θα είμαστε οι δυό μας κάποια στιγμή θα στα πω.

Εγώ τώρα, γιατί τα τραβάω αυτά; Ένα σεξάκι ήθελα, άντε ερωτεύτηκα μετά, αλλά αυτό με ξεπέρναγε. Με ρώτησε κανείς αν ήθελα να το ζήσω; Αυτό ήταν γάμος, σε λίγο θα θέλανε και εγγόνια από εμάς. Ποιος τους είπε ότι είχα σκοπό να χαλάσω το κορμί μου με εγκυμοσύνες. Αν θέλανε απογόνους για να συνεχιστεί το είδος, ας τα έκανε ο Σάκης. Μάλλον πρέπει να την κάνω με ελαφρύ βηματισμό. Από την άλλη, δεν μου κάνει καρδιά και να αφήσω τον Σάκη σε αυτή την κατάσταση. Να γίνει γρήγορα ο παππούς καλά και κάθε κατεργάρης στον πάγκο του. Άσε που ποιος τους είπε ότι ήθελα να μάθω τα μυστικά της οικογένειάς τους. Εδώ καλά καλά απέφευγα τα μυστικά της δικής μου οικογένειας, θα φορτωνόμουν του Σάκη;

Κι όμως, κάτι μου έλεγε ότι θα τα φορτωνόμουν και για τα καλά μάλιστα…

All Cried Out
All Cried Out.mp3
Hosted by eSnips

28.11.07

BACK TO ATHENS

Ότι αρχίζει ωραία, τελειώνει με πόνο ..
Λέει ένα τραγουδάκι εποχής. Έτσι και σε μας, πριν αρχίσει το ταξίδι μας, τέλειωσε. Μικρό το κακό. Κάτι μεγάλο βγήκε από ένα τόσο μικρό ταξίδι. Αλλά να μην προτρέχω. Ο καιρός θα δείξει για το πόσο μεγάλο είναι.

Μέσα στο αεροπλάνο πάλι, για την επιστροφή. Αφήσαμε το μυστήριο της Ανατολής, με μια γεύση ανικανοποίητου στο στόμα.

Η πτήση αδιάφορη, έως κουραστική. Όλα με ενοχλούσαν. Τα κενά αέρος, το φαγητό, η αναμονή. Τα πάντα. Ο Σάκης, η χαρτορίχτρα. Όλα. Μου φάνηκαν ατέλειωτες οι ώρες μέσα στο αεροπλάνο. Και να σκεφτείς ότι το ταξίδι κρατάει μόνο 2 ώρες. Ούτε στα duty free δεν είχα όρεξη να πάω να ψωνίσω. Ποιος εγώ. Η χαρά του καταναλωτισμού.

Ανατολικό αεροδρόμιο, πίσω στα δικά μας. Πίσω στις ζωές μας. Μας περίμενε αυτοκίνητο, πίσω στα σπίτια μας.

Είχαμε αφήσει το σκυλί στην γιαγιά. Οπότε η πρώτη μας στάση θα ήταν στην Αντιόπη. Την αγαπούσα αυτήν την γυναίκα και θα χαιρόμουν που θα την έβλεπα. Είχαμε αποφασίσει να πούμε ότι με κάλεσαν έκτακτα από το γραφείο, γι’ αυτό και η ξαφνική επιστροφή μας. Και τι να πεις δηλαδή; Ότι ο κανακάρης τους άκουσε την χαρτορίχτρα και γυρίσαμε άρον άρον πίσω; Θα γέλαγε κάθε πικραμένος μαζί μας. Ευτυχώς από δικαιολογίες μια χαρά τα πάμε.

Χτυπήσαμε το κουδούνι, δεν θέλαμε να μπούμε σαν τους εισβολείς. Μεγάλοι άνθρωποι είναι. Έτσι απροειδοποίητα. Μας άνοιξε η γνωστή οικονόμος. Μας κοίταξε αποσβολωμένη, δεν το πίστευε, αλλά γιατί, το πιστεύαμε εμείς;

- Γεια σου γιαγιά, δεν θα μας φιλήσεις;
- Τι θέλετε εσείς εδώ; Αλλού δεν έπρεπε να είστε;
- Καλέσανε τον μικρό (ναι εγώ ήμουνα ο μικρός) από το γραφείο και επιστρέψαμε.
- Καλά δεν είχε πάρει άδεια;
- Ναι αλλά την κόψανε.
- Βρε σεις που τα πουλάτε αυτά; Την μια φεύγετε για τον γύρω της αραπιάς και την άλλη του κόβουν την άδεια; Την αλήθεια και τώρα.
- Αλήθεια λέει Αντιόπη ο Σάκης. Θα γίνει έκτακτη συνέλευση μετόχων και έπρεπε να ετοιμάσω τα οικονομικά στοιχεία. (σιγά μην το πίστευε)

- … Ας πούμε ότι σας πιστεύω. Τουλάχιστον περάσατε καλά; Θα πεινάτε, πάνω στην ώρα για φαγητό ήρθατε. Θα μείνετε απόψε εδώ;
- Μην σε βάζουμε βρε Αντιόπη σε κόπο. Σου έχω φορτώσει και το σκυλί. Καλύτερα να πάει ο καθένας σπίτι του. Αλήθεια ο Θανάσης τι κάνει;
- Ε, ας τα λέμε καλά.
- Που είναι, μέσα;
- Αλήθεια βρε γιαγιά, που είναι ο παππούς;
- Έχει ξαπλώσει, βαριότανε και πήγε για ύπνο. Θα τον δείτε το πρωί.
- Τόσο νωρίς; Να πάω να τον δω;
- Να κάτσεις στ’ αυγά σου. Άστον να έχουμε και ησυχία.
- Είναι καλά πάντως;
- Ναι γιατί; Τι να πάθει βρε, θα τον δεις το πρωί.
Ευτυχώς που δεν μας περίμεναν. Το τραπέζι, άστα να πάνε. Και του πουλιού το γάλα.

- Θα σας μαλώσω, έπρεπε να μου είχατε κάνει ένα τηλέφωνο πριν έρθετε. Νηστικά θα μείνετε.
- Αντιόπη, θα μας παχύνεις και δεν θα μας θέλει καμιά.
- Οι γυναίκες βρε, άστες να λένε, την θέλουν την κοιλίτσα στον άντρα.
- Λοιπόν παιδιά μου, πως περάσατε;
- Όνειρο γιαγιά. Αλλά να μας τα χάλασε ο Παύλος από δω.
- Ε, γιατί και εγώ το ήθελα; (φιρί φιρί το πάει ο κώλος του να την ακούσει)
- Θα το κάνουμε όμως το ταξίδι ξανά.
- Να το κάνετε παιδιά μου. Είναι όμορφα μέρη, μαγικά. Φέρνουν τους ανθρώπους κοντά.
- Δίκιο έχεις Αντιόπη μου, τους φέρνουν κοντά, πολύ κοντά.

- Εγώ είμαι πολύ κουρασμένος, γιαγιά θα σας δω το πρωί.
- Πήγαινε πασάκα μου, καλό ξημέρωμα. Παύλο εσύ θα κάτσεις να μου κάνεις λίγη παρέα;
- Και το συζητάς; Η καλύτερή μου!!!

- Και τώρα οι δυό μας. Πες τα μου όλα, θέλω να μάθω τα πάντα. Που πήγατε, τι κάνατε, τι είδατε.
- Ε, όχι και σπουδαία πράγματα, άλλωστε 4 μέρες κάτσαμε μόνο.
- Γιατί γυρίσατε; Την αλήθεια.
- Αντιόπη το ξέρεις είναι δύσκολο.
- Μήπως τσακωθήκατε;
- Μας είδες για τσακωμένους; Ίσα ίσα που είμαστε μια χαρά. Ο εγγονός σου κάτι παθαίνει όταν φεύγει από την Αθήνα και γίνεται άλλος άνθρωπος.
- Τότε, γιατί γυρίσατε; Πως και πως το ετοίμαζε αυτό το ταξίδι.
- Λοιπόν, σε μία βόλτα στο Κάιρο, πήγαμε σε μία χαρτορίχτρα.
- Ε, και;
- Ε, του είπε, ότι αν δεν φύγει αμέσως από την Αίγυπτο, θα χάσω την Αίγυπτο για πάντα. Και ο Σάκης έπεσε στα μαύρα πανιά. Δεν μπορούσα να τον βλέπω έτσι, σου είχα υποσχεθεί ότι θα τον προσέχω, και νάμαστε πάλι στην Αθήνα.
- …
- Αντιόπη; Είσαι καλά; Γιατί δάκρυσες;
- …
- Είπα κάτι που δεν έπρεπε; (γαμώ το στόμα μου, δεν το ράβω και ποτέ)
- Κοίτα αγόρι μου, γιατί παιδί μου είσαι και συ πια. Ο παππούς σας ο Θανάσης, δεν είναι καλά. Τον έχουμε νοσοκομείο. Στην εντατική. Καλά κάνατε και γυρίσατε. Τον προλαβαίνετε στο τσακ.
- Καλά από τι; Πως;
- Θα στα πω όλα αύριο. Αυτό που θέλω από σένα είναι να το πεις στον πασάκα μου. Θα το πεις;
- … Θα το πω Αντιόπη. Καλό βράδυ.

A Wink and A Smile
A Wink and A Smile...
Hosted by eSnips

20.11.07

YA HABIBI

Τι τραβάω ο άνθρωπος. Ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Αντί να είμαι στο κρεβατάκι μου και να κοιμάμαι, τρέχω νυχτιάτικα στις Πυραμίδες. Δεν λέω να πάω και να ξαναπάω. Αλλά μέρα. Η γιαγιά μου το έλεγε, όποιος νύχτα περπατεί λάσπες και σκατά πατεί. Για να δούμε τι από τα δύο θα πατήσουμε εμείς.

- Πάω να πάρω ένα πουλόβερ, κάνει ψύχρα το βράδυ.

- Ποιο βράδυ αγόρι μου, χαράματα είναι.

- Δεν θέλεις να πάμε;

- Θέλω γαμώτο μου.

- Ε, σου φέρνω ένα πουλόβερ και φύγαμε.

………….

- Αύριο 2 η ώρα πετάμε για Αθήνα.

- Πρέπει να ετοιμάσω τα πράγματα.

- Θα μας τα έχουν έτοιμα, συνεννοήθηκα.

- Ωραία, πες μου τώρα για αυτή την νυχτερινή μας εξόρμηση.

- Τι θέλεις να σου πω; Υποσχέθηκα κάτι, αφού δεν μπορώ να το τηρήσω, θα σου χαρίσω μια αξέχαστη βραδιά.

- Αξέχαστη βραδιά, μακριά από το κρεβάτι; Χλωμό το βλέπω.

- Σε λένε κι άλλοι γκρίνια, ή μόνο εγώ;

- Μόνο εσύ. (και όλοι οι άλλοι, αλλά δεν χρειάζεται να το ξέρεις).

Το ξενοδοχείο που μένουμε στο Κάιρο, ήταν ακριβώς απέναντι από τις Πυραμίδες. Ούτε 5 λεπτά με τα πόδια και με αργό βάδισμα.

Τις λατρεύω τις Πυραμίδες, θεωρώ ότι είναι το δεύτερο ωραιότερο και αρτιότερο κτίσμα στον κόσμο, μετά την Ακρόπολη βέβαια, που δεν την συγκρίνω με τίποτα άλλο πάνω στην γη. Να τις επισκέπτομαι όμως στις 4 τα ξημερώματα, ε, δεν το λες και πολύ νορμάλ. Να πω και την μαύρη αλήθεια όλο αυτό μου έκανε και λίγο φοβιστικό. Όλος αυτός ο όγκος, σε πιάνει δέος την ημέρα, πόσο μάλλον την νύχτα. Σκιάχτηκα μόνο και που τα θυμήθηκα.

Τέλος πάντων, στην ιστορία μας πάλι.

- Σου έταξα ένα ταξίδι, που θα σου μείνει αξέχαστο. Δυστυχώς δεν μπόρεσα να κρατήσω τον λόγο μου.

- Τα είπαμε αυτά, επαναλαμβάνεσαι …

- Για αυτό ετοίμασα αυτό …

Εκεί είναι που λέμε, τώρα έμεινα μαλάκας. Μία τέντα είχε στηθεί δίπλα στην Πυραμίδα. Δεν πίστευα στα μάτια μου.

- Ζήτησες μια βραδιά σε σκηνή, στην έρημο. Ορίστε …

- …

- Κατάπιες την γλώσσα σου;

- …

- χαχαχα, επιτέλους.

- …

- Τόση ώρα και να μην πετάξεις μία ατάκα; Δες είσαι ο Παύλος που αγαπούσα μια φορά. Χαχαχα

- Τι είναι όλα αυτά;

- Τι δεν καταλαβαίνεις;

- Πως ρε παιδί μου κατάφερες να στήσεις σκηνή δίπλα στην Πυραμίδα;

- Μπαχτσίσι το λένε, και κάνει θαύματα.

- Το βλέπω.

- Τι λες θα έρθεις στην σκηνή μου;

- Έχω άλλη επιλογή; Την βοήθεια του κοινού ίσως;

- Ή στην σκηνή μου, ή έξω στην νύχτα.

- Στην σκηνή σου, στην σκηνή σου.

Το ξημέρωμα μας βρήκε αγκαλιασμένους στην σκιά της μεγάλης Πυραμίδας και με την Σφίγγα να μας προστατεύει από αδιάκριτα βλέμματα. Μετά από αυτή την νύχτα μπορώ να πω ότι ξέρω πως ζούσαν οι άνθρωποι τότε. Ξέρω πως κατάφεραν να μεγαλουργήσουν. Ξέρω τι αισθανόντουσαν αντικρίζοντας τις Πυραμίδες. Ξέρω πως είναι να αγαπάς, αλλά το κυριότερο ξέρω πως είναι να σε αγαπάνε.

Και ο Σάκης σίγουρα με αγαπούσε, ή με αγάπησε έστω για εκείνο το βράδυ, έστω για εκείνη την στιγμή.

Αγκαλιασμένοι βγήκαμε να δούμε το πρωινό, τα χρώματα, να αφουγκραστούμε από μακριά την πόλη να ξυπνάει.

Ένας δίσκος με δυό ποτήρια αχνιστό τσάι μας περίμενε. Δεν ήμασταν μόνοι.

- Σάκη, είχαμε και παρέα το βράδυ;

- Εσύ τι λες; Κι αν χρειαζόμασταν τίποτα;

- Δεν παίζεσαι αγόρι μου. Ε, τι ακούσανε τα αυτάκια του. Ή μήπως ζήτησες κουφό;

- Ε, δεν έχω φτάσει ακόμα σε τέτοιο επίπεδο. Την επόμενη φορά σου υπόσχομαι.

- Σάκη , ya habibi.

- Παύλο, ya habibi. Για πάντα μαζί.

- Για πάντα …

ana fil houb
ana fil houb.mp3
Hosted by eSnips

15.11.07

CAIRO part 3

- Όχι αγόρι μου δεν θα ακούσω τίποτα
- …
- Το βλέπω δεν θέλεις να μιλήσεις και δεν θα σε πιέσω άλλο.
- Δεν σε πιστεύω, μπορεί να είσαι τέτοιος χαρακτήρας;
- … (σιγά μην είμαι, κι αν σου είπε να φύγουμε, αν σου είπε να χωρίσουμε, αν σου είπε ότι θα πεθάνεις ή ακόμα χειρότερα πεθάνω;)
- Έλα εδώ μωράκι, ντύσου και πάμε έξω.
- Που θέλεις να πάμε;
- Όπου μας βγάλει.
- Δεν είμαστε Αθήνα, στο Κάιρο είμαστε.
- Ε, και τι με αυτό; Την γλώσσα την ξέρω, θα πάρουμε αυτοκίνητο από εδώ με οδηγό και θα μας περιμένει όλο το βράδυ, όπου και να πάμε, ότι και να κάνουμε.
Ο οδηγός μας που αποδείχτηκε και μεγάλος ξεναγός, μας πήγε στα καλύτερα μέρη.
Ξεκινήσαμε με ένα θέατρο, θα μπορούσες να το πεις, που θύμιζε πολύ σκηνή από μπουλούκια. Ήταν σε ένα μεγάλο εστιατόριο και είχαν διαγωνισμό χορού της κοιλιάς στην μνήμη της Samia Gamal, μιας μεγάλης χορεύτριας. Κατάφερε και μας βρήκε τραπέζι ακριβώς δίπλα στην πίστα. Μην ξεχνάτε το μπαχτσίσι στην Αίγυπτο, είναι κάτι που το εκτιμούν δεόντως. Δεν θα σας μιλήσω για αυτά που είδαν τα μάτια μας. Η μία καλύτερη από την άλλη. Στο τέλος θα γινόταν ψηφοφορία του κόσμου και θα βγάζανε την καλύτερη. Μεγάλος τίτλος και τιμή για την νικήτρια.
Ο Σάκης παρακολουθούσε βουβός. Το έβλεπα, το ένιωθα ότι δεν ήταν εκεί. Δεν ήταν ο Σάκης. Απλά.
Φώναξα τον οδηγό και του είπα να μας πάει κάπου αλλού, ευτυχώς στο Κάιρο δεν κοιμούνται ποτέ. Μου μίλησε για ένα μέρος που χορεύουνε Σούφι. Είχα ακούσει, αλλά δεν τους είχα δει ποτέ. Θα ήταν μια εμπειρία. Είπε ότι δεν ήταν σίγουρος αν θα μας άφηναν να μπούμε μέσα, αλλά θα το προσπαθούσε. Άλλωστε και εδώ που καθόμασταν κανένας μας δεν διασκέδαζε, ίσως μόνο ο οδηγός μας. Φαντάζομαι θα έχει να το λέει στα εγγόνια του, για δύο Έλληνες που φύγανε στα μισά από ένα τόσο μεγάλο γεγονός.
Διαβήκαμε όλο το Κάιρο και βγήκαμε έξω από την πόλη. Πήραμε τον δρόμο για Αλεξάνδρεια. Κανά τέταρτο περίπου έξω από το Κάιρο και στην μέση του πουθενά, σταματήσαμε σε ένα σπίτι. Εννοείται ότι ο Σάκης σε όλη την διαδρομή, δεν έβγαλε άχνα, απλά κοίταζε έξω από το τζάμι του αυτοκινήτου.
Από την μια δεν ήθελα να τον πιέσω να μου πει και από την άλλη βουρλιζόμουνα με το τι μπορούσε να του είχε πει, που άντε να μην αρχίζω να βρίζω. Τι ήταν αυτό το τόσο σημαντικό που του χάλασε την διάθεση, το κέφι.
Ο οδηγός μας για άλλη μια φορά κατάφερε τα ακατόρθωτα. Μας έμπασε μέσα.
Το σπίτι ένα παραδοσιακό φτωχικό αιγυπτιακό σπίτι. Με μια μεγάλη σάλα, όπου τριγύρω κάθονταν μόνο άντρες. Χάμω σε μαξιλάρες. Σε μια γωνιά τρεις καρέκλες με τουμπερλέκια πάνω, περίμεναν τους μουσικούς. Ήμασταν οι μόνοι ξένοι στο δωμάτιο. Εγώ κι ο Σάκης. Μόλις κάτσαμε μας φέρανε τσάι και αμέσως βγήκαν οι μουσικοί. Λες και περίμεναν εμάς για να αρχίσουν.
Ξεκίνησαν με έναν αργό βασανιστικό σκοπό, σαν καλωσόρισμα. Ο κόσμος άρχισε σιγά σιγά να μουρμουρίζει έναν αργόσυρτο σκοπό. Ο Σάκης έσκυψε και μου είπε ότι προσευχόντουσαν για πάρουν δύναμη, για να κερδίσουν σοφία. Ήταν η πρώτη φορά που άκουσα την φωνή του. Ίσως τον είχε γαληνέψει η μουσική.
Αυτό που έγινε μετά δεν περιγράφεται με λόγια. Μόνο να το ζήσεις μπορείς και να το κλειδώσεις βαθιά στην καρδιά σου. Η μουσική δυνάμωνε, ο ρυθμός γινόταν πιο γρήγορος και επαναλαμβανόμενος. Οι Σούφι σαν πουλιά με ανοιχτά τα χέρια τους στροβιλίζονταν στον ρυθμό. Ήταν τόσο έντονο όλο αυτό που είχες την αίσθηση ότι έβλεπες καπνό να ανεβαίνει στον ουρανό. Νόμιζες ότι δεν πάταγαν τα πόδια τους στην γη. Κρίμα που είναι τόσο φτωχό το λεξιλόγιο μου για να το περιγράψω. Ίσως όμως και να μην θέλω. Είχα και έχω την εντύπωση ότι λάμβανα μέρος σε ένα αρχέγονο μυστήριο, μόνο η λέξη μυσταγωγία μου έρχεται στο μυαλό. Καμία άλλη.
Και το μυστήριο πώς να το περιγράψεις γαμώτο. Απλά το ζεις.
Το καλό ήταν ότι και ο Σάκης είχε την ίδια γνώμη με μένα, λύθηκε, σαν να λυτρώθηκε βλέποντας το. Η μουσική χαμήλωσε ξανά, οι χορευτές μετά το πέταγμα τους στον ουρανό, έπεσαν και άδειασαν πάνω στην γη. Μας πήρε αρκετή ώρα για να συνέρθουμε από αυτό που ζήσαμε. Σιγά σιγά η αίθουσα άρχισε να αδειάζει. Πήγαμε να ευχαριστήσουμε τον ιδιοκτήτη του σπιτιού που μας δέχτηκε και μας άφησε να το παρακολουθήσουμε. Όμως αντί να τον ευχαριστήσουμε εμείς, έγινε το ανάποδο. Σηκώθηκε μας φίλησε τρεις φορές τον καθένα και μας ευχαρίστησε που του κάναμε την τιμή να πάμε σπίτι του και να μετέχουμε σε όλο αυτό. Η έκπληξη και η σφαλιάρα στους καλούς μας τρόπους πήγε περίπατο. Μυστήριος λαός αυτοί οι Αιγύπτιοι. Και όχι μόνο αυτό, αλλά μας φίλεψε και για τον δρόμο της επιστροφής.
Γυρνώντας στην πόλη ο Σάκης ζήτησε από τον οδηγό μας να μας πάει στον Νείλο, ήθελε να περπατήσουμε λίγο.
Το αεράκι αναζωογονητικό στα πρόσωπά μας και στις σκέψεις μας. Περπατούσαμε στον Νείλο, στην πηγή της Ζωής. Τώρα μπορώ να καταλάβω τον Μαχφούζ που θεωρούσε ότι καλύτερο στην ζωή του τις βόλτες του στον Νείλο.
- Μωράκι, θέλω να σου μιλήσω.
- Είμαι όλος αυτιά.
- Ξέρεις τι μου είπε;
- Θέλεις να μου πεις;
- Ναι τώρα θέλω.
- …
- Αν δεν φύγω αμέσως από την Αίγυπτο, θα χάσω την Αίγυπτο για πάντα.
- Αυτό μόνο σου είπε; Και τι σημαίνει αυτό.
- Όχι μου είπε πολλά και διάφορα, που τα βρήκα έως και ανόητα.
- Και γιατί τότε αυτό να είναι σημαντικό;
- Είναι κάποιες φορές που μέσα σε όλα που θα σου πει ένας άνθρωπος, κάτι θα σου κάνει κλικ. Ήταν λες και δεν το έλεγε εκείνη την ώρα αυτή. Ήταν λες και άκουγα την Αντιόπη.
- Και τι είναι αυτό που σε προβληματίζει, αγόρι μου;
- Εσύ και αυτό το ταξίδι που σου υποσχέθηκα.
- Κοίτα. Είπαμε να κάνουμε αυτό το ταξίδι και να είμαστε μαζί. Εγώ, όσο εγωιστικό και αν ακούγεται σε θέλω 100% δικό μου. Τουλάχιστον για το ταξίδι. Άλλωστε ποιος σου είπε ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε αργότερα;
- Τι θέλεις να πεις.
- Ε, ας πούμε ότι ο Λόρενς μετά το Κάιρο, πήγε Αθήνα και μετά επέστρεψε στην Βηρυτό ή όπου αλλού πήγε. Άλλωστε και στην ιστορία δεν είμαι και τόσο καλός.
- Δηλαδή δεν σε πειράζει;
- Ξέρεις τι με πειράζει; Εσύ να είσαι έτσι. Άλλωστε μου το έχεις τάξει, σιγά μην δεν το πραγματοποιήσεις.
Αμέσως η διάθεσή του άλλαξε. Λες και έφυγε ένα βαρύ φορτίο από πάνω του. Έγινε ο Σάκης μου και πάλι. Φωνάξαμε τον οδηγό και γυρίσαμε πίσω στο ξενοδοχείο. Πήγε στην ρεσεψιόν για να συνεννοηθεί για την επιστροφή μας και εγώ στο μπαρ να πιω επιτέλους λίγο αλκοόλ, και να τον περιμένω για να ανεβούμε στο δωμάτιο. Ο Σάκης των εκπλήξεων ξανά σε δράση.
- Έτοιμος;
- Ναι το ήπια ανεβαίνουμε.
- Ποιος σου είπε ότι ανεβαίνουμε;
- Τι τώρα φεύγουμε;
- Έλα πάμε, με το ένα και το άλλο δεν πήγαμε στις πυραμίδες.
- Και θα πάμε τώρα; Μες την μαύρη νύχτα; (Ρε πούστη, ώρες, ώρες ακούγομαι σαν την μάνα μου. Πρέπει να το προσέξω.)
- Έλα πάμε.
- Αχ!!!
Symphonie Egyptienne #25
Symphonie Egyptien...
Hosted by eSnips

7.11.07

TAROT

Σχεδόν 8 χρόνια πέρασαν από το ταξίδι στην Αίγυπτο. 10 χρόνια από την γνωριμία μας.
Κάθομαι και διαβάζω αυτό το ανάποδο ημερολόγιο κάθε φορά που θέλω να γράψω την συνέχεια. Ποτέ δεν κράταγα ημερολόγια, ποτέ δεν ήμουνα συνεπής με τις αναμνήσεις μου.
Με ενδιέφερε να ζω, να γεύομαι την ζωή και τις στιγμές. Όσο για τις αναμνήσεις, τις άφηνα για τα γηρατειά. Να χουμε κάτι να λέμε βρε αδερφέ, όπως θα πίνουμε το τσάι μας, για να μην πω το τίλιο μας. Το πότε συνέβησαν δεν είχε και δεν έχει καμιά σημασία για μένα. Σημασία έχει ότι τα έζησα. Τώρα το πότε; Θα αλλάξει τίποτα αν το θυμάμαι κι αυτό; Το παρελθόν δεν αλλάζει.
Καλές αναμνήσεις μόνο με ενδιέφερε να έχω. Μάλλον πλούσιες αναμνήσεις. Γεμάτες από εμπειρίες, περιπέτειες, ανθρώπους.
Και με τον Σάκη δεν έχω παράπονο πέρασαν πολλοί από τον δρόμο μου. Καθισμένος μπροστά στον υπολογιστή, στο εργαλείο αυτό των αναμνήσεων τρέχω πίσω, ξαναζώ.
Πόσο άλλαξα μέσα σε αυτά τα χρόνια.
.....................................
- Το ξέρεις ότι στην Αίγυπτο λένε το χέρι;
- Όπως σε όλα τα μουσουλμανικά κράτη.
- Μωράκι πάμε να μας πούνε την μοίρα μας;
- Πρέπει; Δεν είναι καλύτερη η έκπληξη;
- Βρε πάμε, πλάκα θα έχει.
- Και που θα την βρούμε βρε την τσιγγάνα να μας πει την μοίρα μας και το ριζικό μας;
- Άστο πάνω μου.
Σε πέντε λεπτά ήρθε στην παρέα μας κι ένας Αιγύπτιος. Πρέπει να ήταν πολύ όμορφος στα νιάτα του. Γύρω στα 50 και με αυτά τα υπέροχα μαύρα μάτια τα πάντα υγρά. Κάτι είπαν με τον Σάκη, πληρώσαμε και φύγαμε.
Έξω είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, το παζάρι θύμιζε βομβαρδισμένο τοπίο. Που οι μουσικές και τα χρώματα. Που τα αρώματα. Λες και είχε περάσει ο θάνατος και τα είχε όλα αλλάξει. Ακολουθήσαμε τον Αιγύπτιο, που το όνομά του δεν το θυμάμαι και για συντομία θα τον λέω Μουσταφά. Μπλεχτήκαμε στα σοκάκια της παλιάς πόλης, έρημα και μισοφωτισμένα.
Να πω την αμαρτία μου είχα αρχίσει και φοβόμουνα.
- Σάκη, δεν το αφήνουμε καλύτερα και να βρούμε ένα ταξί, να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο;
- Έλα μωρέ πάμε, τώρα που τον βρήκαμε.
- Κι αύριο μέρα είναι.
- Βρε μπας και φοβάσαι;
- Εγώ; Φήμες των εχθρών μου. Έχω χεστεί από τον φόβο μου.
- Μαζί μου δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα.
- Μας τα παν κι άλλοι.
Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τις διαμαρτυρίες μου και φθάσαμε. Σε ένα σοκάκι μέσα και μάλλον ανήλιαγο, ήταν το σπίτι της κυράς της μοίρας.
Το σπίτι φτωχικό, αλλά καθαρό.
Μας βάλανε να κάτσουμε σε μαξιλάρες και μας φέραν τσάι. Ένα όμορφο κόκκινο αρωματικό τσάι από τριαντάφυλλα. Απ’ ότι μου είπε ο Σάκης, την μοίρα θα μας την έλεγε η μάνα του Μουσταφά.
Μια γυναίκα ξεχασμένη από τον χρόνο, στα μαύρα, φιγούρα από το μακρινό παρελθόν μπήκε μέσα στο δωμάτιο. Απροσδιόριστης ηλικίας. Θα μπορούσε να είναι μάνα του Μουσταφά, γυναίκα του ή και κόρη του ακόμη. Μας έριξε τα χαρτιά.
Μπορείτε να φανταστείτε την σκηνή. Η γυναίκα να λέει τα χαρτιά, να μιλάνε στα αιγυπτιακά και εγώ να ρωτάω συνεχώς, τι λέει; Τι λέει;
Στο τέλος με βγάλανε έξω και τα είπανε.
Εγώ παρέα με τον Μουσταφά που να προσπαθεί με σπαστά αγγλικά και κάποιες ελληνικές λέξεις να με καλμάρει και να με ησυχάσει. Το μόνο που έπιανα ήταν το μετά εσύ, τώρα κύριος.
Άντε να δούμε πότε θα είναι το μετά.
- Πάμε να φύγουμε ΤΩΡΑ.
- Τι έγινε; Εμένα πότε θα μου τα πει; Σάκη …
- ΤΩΡΑ!!!
- Μα, εμένα;
- Τώρα πάμε σε παρακαλώ.
Βρήκαμε ένα ταξί και γυρίσαμε στο ξενοδοχείο.
Κλείστηκε στον εαυτό του, δεν έλεγε κουβέντα. Βρε τον αγκάλιαζα, βρε τον φίλαγα βρε του έκανα τσαχπινιές, αυτός τίποτα.
- Δεν μου λες αγόρι μου, έτσι θα το πάμε τώρα;
- …
- Σάκη! Τουλάχιστον θα μου πεις τι έγινε;
- Θα σου πω, αλλά όχι τώρα.
- …
- Τώρα πάρε με αγκαλιά, και για όνομα του Θεού μην μιλήσεις καθόλου.
- Τι γαμώ σου είπε;
- Πάρε με αγκαλιά και σταμάτα.
- Το ξέρεις πως δεν θα γίνει, γι αυτό πες το τώρα και θα σε πάρω αγκαλιά και όχι μόνο.
- Καλά, λοιπόν άκου …
Inside Me
Inside Me.mp3
Hosted by eSnips

29.10.07

ΟΠΩΣ Ο ΛΟΡΕΝΣ ΤΗΣ ΑΡΑΒΙΑΣ

Το πρωινό μας βρήκε αγκαλιά στην βεράντα, να περιμένουμε τον Θεό Ρα να έρθει με το άρμα του. Ήμασταν γεμάτοι, πλήρεις από μια βραδιά που κανένας δεν ξέχασε ποτέ.
Χορτάτοι από ζωή, δυνατοί και ελεύθεροι.
Τουλάχιστον εγώ. Για τον Σάκη δεν μπορούσα να ξέρω. Το μόνο που ήξερα ήταν ότι με είχε αγκαλιά.
Τίποτα άλλο δεν είχε σημασία. Με είχε αγκαλιά και περιμέναμε το φως της μέρας.
Το πρόγραμμα που είχε φτιάξει βαρύ. Τι θα κάναμε δεν ξέρω.
Άλλωστε είχε καμιά σημασία τώρα;
Όλα θα γινόντουσαν, όπως μαγικά έγιναν μέχρι τώρα.

ΕΕΕΕ και πολύ μαγικά δεν το λες. Να περιμένεις ένα χρόνο, να ξενυχτάς, να αμφισβητείς, να πεθαίνεις και να ξαναγεννιέσαι. Τελικά τι είναι αυτό που μας καρφώνεται στο μυαλό και δεν λέει να φύγει από κει μέσα; Και γιατί αφού γίνει ότι είναι να γίνει μας τρώει και το μετά; Θα είμαστε μαζί αύριο; Θα είμαστε μαζί μια ζωή; Αϊ σιχτίρ πια!!! Είμαστε μαζί τώρα. Πότε θα μάθουμε να απολαμβάνουμε το τώρα και όχι το αύριο; Πότε θα ζούμε το σήμερα; Μα τι σόι μαλάκας μπορεί να είμαι;

Πέρασα μια μαγική βραδιά, με κάποιον που ήθελα όσο τίποτα άλλο στην ζωή μου, σε μια χώρα λατρεμένη, με περιμένει ένα ταξίδι που δεν το κάνεις και κάθε μέρα και κάθομαι και σκέφτομαι ότι παπαριά περνάει από το μυαλό μου.

Τέλος!!!!

- Μωράκι … μωράκι
- Έλα αγόρι μου (τελικά έτσι έπρεπε να το ονομάσω στο στόρι χιχιχι)
- Πάλι ταξιδεύεις;
- Όχι βρε απλά σκέφτομαι αν θέλω να φύγω από την φωλιά σου και να κάνω επιδρομή στην κουζίνα.
- Πείνασε το παιδί μου;
- Λιγάκι, άσε που λατρεύω τα πρωινά τους.
- Ωραία, και τι λες να κάνουμε μετά;
- Τι έχει το πρόγραμμα; (μια επανάληψη μήπως;)
- Λοιπόν, πρωινό, Πυραμίδες, Μουσείο, μεσημεριανό και μετά καφέ στο Χαν Αλ Χαλίλ. Μετά θα έρθουμε θα αλλάξουμε και θα βγούμε για βράδυ.
- Συγγνώμη και πότε θα κοιμηθούμε;
- Δεν χόρτασες;
- Τι; Ύπνο; Πότε κοιμηθήκαμε; (λες να με πήρε ο ύπνος;)
- Είσαι μαζί μου και σκέφτεσαι τον ύπνο;
- Ξεψάρωσες μου φαίνεται. Μπράβο!!!!
- ΕΕΕ ήταν να μην γλυκαθώ;
- …(πλάκα κάνει ή τα εννοεί αυτά που λέει;)
- Ψάρωσες; Χαχαχα
- Όχι, αλλά θέλω κι άλλο!!! Και αφού δεν έχεις αντίρρηση τι λες, πάμε να κάνουμε ένα μπάνιο παρέα πριν ξεκινήσουμε; (πόσο τσούλα Θεέ μου)
- Φύγαμε, δεν μας κυνηγάει και κανένας.
- … (μμμμμμμμμμμμ)

Κάναμε το μπάνιο μας, και μην αρχίσετε να ρωτάτε για το τι έγινε.

Ήρθε και το πρωινό μας, το οποίο ήταν κάτι σε συνδυασμό με μεσημεριανό και βραδινό μαζί, για τέτοιες ποσότητες μιλάμε. Είχαμε επιλέξει το παραδοσιακό το δικό τους και όχι αυγά με μπέικον και είχε ότι καλούδια μπορείτε να φανταστείτε. (μήπως να το γυρίσω και από δω σε συνταγές, αλλά πιο οριεντάλ;)
Αποφασίσαμε τελικά να κάνουμε περικοπές στην περιοδεία μας. Μόνο στο Αλ Χαλίλ. Να πιούμε καφέ εκεί που πήγαινε ο Μαχφούζ. Άλλωστε δεν μας κυνήγαγε και κανείς. Είχαμε όλον τον καιρό μπροστά μας.
Για όποιον δεν έχει πάει Αίγυπτο το παζάρι στο Αλ Χαλίλ είναι κάτι το μαγικό. Είναι σαν να ζεις τις χίλιες και μια νύχτες. Οι μυρουδιές από τα μπαχαρικά, τα χρώματα, η βουή, ο κόσμος. Λες και ζεις μέσα σε παραμύθι.
Πήγαμε στο καφενείο. Η έκπληξη, ο Σάκης παράγγειλε στα αραβικά. Δεν το πίστευα με τίποτα. Πήραμε καφέ αρωματισμένο με κάρδαμο και από έναν ναργιλέ. Αν δεν έχετε ξανακαπνίσει ναργιλέ προσοχή!!! Μην κατεβάζετε τον καπνό. Μιλάμε την πρώτη φορά που το έκανα μαστούρωσα. Ευτυχώς δεν ήταν με τον Σάκη …
Καθισμένοι στις μαξιλάρες, ο Λόρενς και ο Φειζάλ. Ο Παύλος και ο Σάκης. Το χθες και το σήμερα. Το τώρα.
- Που έμαθες αραβικά;
- ΕΕΕ τι φαραώ θα ήμουν αν δεν μίλαγα.
- Κρύβει κι άλλες εκπλήξεις το μαγικό κουτί Σάκης;
- Πολλές.
- Μ’ αρέσουν οι εκπλήξεις.
- Είναι πολλές γεμίζουν μια ζωή.
- Θα περιμένω …
- Το υπόσχεσαι;
- Ότι θα περιμένω;
- Ότι θα είσαι για μια ζωή.
- Δεν ξέρω.
- …
- Έλα πλάκα κάνω.
- Μην μου ξανακάνεις ποτέ τέτοια πλάκα.
- Θα προσπαθήσω.
- Υποσχέσου το.
- Θα είμαι, τον ρόλο μου απλά δεν ξέρω.
- Όποιος και να είναι θα είναι το άλλο μου μισό. Το έργο θα έχει δύο πρωταγωνιστές.
- Όπως ο Λόρενς της Αραβίας.
- … Όπως ο Λόρενς της Αραβίας.
Στην αγορά του Αλ Χαλίλι
Στην αγορά του Αλ ...
Hosted by eSnips

21.10.07

ΑΥΤΗ Η ΝΥΧΤΑ ΜΕΝΕΙ

ΕΝΑ ΦΙΛΙ
ΠΟΥ ΚΡΑΤΗΣΕ ΟΣΟ ΜΙΑ ΖΩΗ
ΔΥΟ ΚΟΡΜΙΑ
ΔΥΟ ΚΑΡΔΙΕΣ
ΠΟΥ ΠΑΛΕΨΑΝ
ΣΤΑΥΡΩΘΗΚΑΝ
ΝΙΚΗΘΗΚΑΝ
ΕΝΩΘΗΚΑΝ
ΑΓΑΠΗΘΗΚΑΝ
ΓΑΛΗΝΕΨΑΝ
ενώ κάπου στο βάθος μια μουσική ακουγόταν
Egyptian Nile Music
Egyptian Nile Musi...
Hosted by eSnips

15.10.07

CAIRO part 2

Άνοιξε την πόρτα και γυμνός μπήκε μέσα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπα γυμνό, ούτε κι αυτός εμένα.
Ήταν όμως η πρώτη φορά που τον έβλεπα και του είχα μιλήσει για μένα.
Η πρώτη κίνηση είχε γίνει. Για να δούμε την συνέχεια.
Στο χέρι του ήταν.
Η όλη στάση του σώματός του έδειχνε αμηχανία.
Ταλαντευόταν στο τι έπρεπε να κάνει.
Μπήκε στην ντουζιέρα χωρίς να βγάλει κουβέντα.
Η αμηχανία αυτή δεν μου άρεσε.
Δεν προμήνυε τίποτα καλό.
Δεν γαμιέται, τι είχαμε, τι χάσαμε.
Τουλάχιστον να περάσουμε εδώ όσο πιο όμορφα γίνεται. Άλλωστε δεν είναι και ότι πιο εύκολο να παραδεχτείς ορισμένα πράγματα. Θέλει χρόνο.
Εγώ δεν ξέρω αν είχα όμως άλλο χρόνο να του δώσω.
Κυνηγώντας τον γάμησα την ζωή μου.
Ο Α να με περιμένει Αθήνα, πιστεύοντας ότι είμαι Λονδίνο.
Η δουλειά μου να μένει πίσω για να του κάνω τα χατίρια.
Οι φίλοι μου ξεχασμένοι.
Το σεξ άγνωστη λέξη πια στο λεξιλόγιό μου.
Η χαρά και η διασκέδαση, έννοιες θαμμένες κάπου στο παρελθόν.
Δεν μου έφταιγε ο Σάκης σε τίποτα.
Τι λέει ένα τραγουδάκι; Δεν φταις εσύ η φαντασία μου τα φταίει…
Ίσως το όλο πράγμα να ήταν παιχνίδι του μυαλού μου.
Ίσως ο Σάκης να ήθελε μόνο την φιλία μου και εγώ με το μυαλό μου το ίσως και άρρωστο να έβλεπα λάθος σημάδια.
Ίσως, ίσως, ίσως…
Πολλά τα ίσως.
Και η θέα με τις πυραμίδες από το μπάνιο μοναδική.

Και το νερό να το ακούω να τρέχει πάνω στο κορμί του.
Πίσω μου, και να μην μπορώ να γυρίσω το κεφάλι μου.
Το νερό σταμάτησε να τρέχει.
Βγήκε τον άκουσα να σκουπίζεται και να φορά ένα μπουρνούζι.
Έτσι αμίλητος όπως μπήκε, έτσι αμίλητος βγήκε.
Τον ακούω να μιλάει στο τηλέφωνο, είναι νευριασμένος, δεν μπορώ να ακούσω καλά. Το κλείνει βρίζοντας.
Χτυπάει η πόρτα. Ήρθε το φαγητό μας.
Το room service φεύγει. Κλείνει η πόρτα.
Ακούω τον θόρυβο μπουκαλιού να ανοίγει.
Έχω μουλιάσει στην μπανιέρα, αλλά δεν θέλω να βγω,
Δεν θέλω να αντιμετωπίσω τον Σάκη τώρα.
Θέλω να μείνω στην ασφάλεια του νερού.
Στην προστασία της Σφίγγας.
Έχω κολλήσει με το βλέμμα στο παράθυρο χωρίς να κάνω τίποτα.
Βουλιάζω στις σκέψεις μου, όπως βουλιάζω στο νερό.

Άδειος, από σκέψεις και συναισθήματα.
Κατεβάζω ρολά.
Παλιά αγαπημένη τεχνική.
Κλείνομαι στον εαυτό μου. Το κάνω πολύ καλά άλλωστε. Χρόνια τώρα. Το έχω αναγάγει σε επιστήμη. Από μικρό παιδί. Στρείδι.
Ένα στρείδι στην μπανιέρα της σουίτας να βλέπει τις πυραμίδες.
Ένα στρείδι στην έρημο.
Δεν θέλω να συνεχίσω το ταξίδι. Θέλω να γυρίσω πίσω. Στην ασφάλεια.
Γιατί ήρθα;
Πιο άπιαστο όνειρο κυνηγάω;
Όλη μου η ζωή ήταν σε ένα απίστευτο χάος. Και δεν μ’ αρέσει το χάος. Θέλω τα κουτάκια μου.
Δεν μου πάει ο ρόλος.
Τον ακούω να μιλάει πάλι στο τηλέφωνο. Είναι θυμωμένος. Μιλάει δυνατά.
Λέει ότι είναι στην Αίγυπτο για δουλειές. Λέει ότι δεν έχει να δώσει λογαριασμό σε κανέναν. Ότι ποτέ κανένας δεν του έχει κάνει έλεγχο, ούτε αυτή. Το κλείνει θυμωμένος, βρίζει.
Δεν τον έχω ξανακούσει ποτέ να βγαίνει εκτός εαυτού. Πάντα ήταν γλυκός.
Τι έγινε και έχει αλλάξει; Μήπως το έχει μετανιώσει κι αυτός;
Κάτι πρέπει να κάνω. Αλλά τι;
Το νερό έχει κρυώσει, έχω χάσει την αίσθηση του χρόνου. Να είχα μια χρονομηχανή να γύρναγα πίσω τον χρόνο. Να μην είχα έρθει.
Δεν κερδίζω και τίποτα όμως να κάθομαι και να κρύβομαι.
Βγαίνω από το μπάνιο, φοράω ένα μπουρνούζι και πηγαίνω στο δωμάτιο δίπλα.
Ο Σάκης κάθεται στο παράθυρο μπροστά. Βυθισμένος κι αυτός στις δικές του σκέψεις. Ταξιδεύει.
Το παίζω αδιάφορος, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, σαν να μην έχω ακούσει τίποτα.
- Σάκη;
- Έλα μου
- Θα φάμε;
- Έλα να πιούμε ένα ποτό πρώτα, το έχω ανάγκη
- Έγινε τίποτα;
- Τίποτα που να αξίζει να ασχοληθείς.
- Είσαι σίγουρος;
- Έχε μου εμπιστοσύνη
- Ότι πεις αφεντικό
- χαχαχα αφεντικό χαχαχα μ’ αρέσει
- Να σε λέω πιο συχνά, αν είναι να σ’ ακούω να γελάς.
- Σ’ αρέσει εδώ;
- Θέλεις αλήθεια;
- Πάντα
- Θέλω να φύγω, να γυρίσω πίσω
- Έγινε τίποτα;
- Εσύ θα μου πεις
- Σου είπα τίποτα που να αξίζει να ασχοληθείς
- Είσαι σίγουρος;
- Σιγουρότατος. Εσύ να ασχοληθείς μόνο με μένα, με τίποτα άλλο.
- Θα με αφήσεις;
- Για αυτό ήρθαμε εδώ, για να σε αφήσω και να αφεθώ …
Έσκυψε και με φίλησε. Με ένα φιλί ανάμεικτο με έρωτα και φόβο.
Με ζωή και θάνατο ανάμεικτο.
Ένα φιλί που μου έπαιρνε και μου έδινε ζωή.

You Don't Know What Love Is
You Don't Know Wha...
Hosted by eSnips