29.8.07

Η ΚΛΗΣΗ ΣΑΣ ΠΡΟΩΘΕΙΤΑΙ

Αυτό ήταν. Άλλαξε η ζωή μου. Το παιχνίδι γάτας και ποντικού, θύματος και θύτη, αφέντη και σκλάβου. Οι ρόλοι ακαθόριστοι. Το μόνο καθορισμένο τα θέλω μου. Ή καλύτερα το θέλω μου. Ο Σάκης.
Αυτός που και να ήθελα να έχω, είχε φύγει. Και όχι σε άλλη χώρα, αλλά σε άλλη ήπειρο.
Αυτό ήταν. Πάει τέλειωσε.
Αλλά και πάλι, αυτό το μου λείπεις. Πως του λείπω? Γιατί του λείπω.
Αυτή την φορά ο καιρός κυλούσε αργά και βασανιστικά.
Ο Α πάντα δίπλα μου, βουβός, δεύτερος ρόλος, σε ταινία μελό του 60.
Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να μου φτιάξει το κέφι.
Τα τραγούδια βραχνάς, αναμνήσεις από πράγματα που δεν έζησα, αλλά που θα ήθελα να ζήσω.
Γιατί δεν του μίλησα ποτέ για μένα?
Γιατί δεν μου έδωσα μια ευκαιρία?
Το τσιγάρο σύντροφος στο χέρι μου.
Το ποτό σύντροφος στην καρδιά μου.
Άρχισα να βγαίνω κάθε βράδυ. Έγινα ο καλύτερος θαμώνας των συνοικιακών και επαρχιακών σκυλόμπαρων. Μόνος.
Και ο Α, εκεί, να ξέρει ότι κάτι τρέχει. Κάποιες φορές να έρχεται μαζί μου. Τις περισσότερες να με περιμένει, να τρέμει μέχρι να γυρίσω. Έβλεπε ότι δεν ήμουν καλά. Και να μην μπορεί να κάνει τίποτα. Με έβλεπε που βούλιαζα όλο και πιο πολύ κάθε μέρα. Μου έδινε το χέρι του να πιαστώ, αλλά εγώ το αγνοούσα, το έσπρωχνα. Άλλο ήταν το γιατρικό όμως. Και δυστυχώς το πουλούσαν στη Νέα Υόρκη.
Ο εγωισμός μου πληγωμένος. Και από λάθος αιτίες. Όχι γιατί έφυγε, αλλά γιατί είχε το τηλέφωνο κλειστό. Που είναι τώρα που τον έχω ανάγκη?
Πως θα τον βρω? Να πάρω τηλέφωνο στα γραφεία τους και να πω τι? Εκτός από την Βάσω, που την συνάντησα τυχαία σε ένα καφέ, και με ρώταγε τι κάνει ο Σάκης και που χάθηκε, δεν είχα άλλον άνθρωπο που να μπορώ να τον ρωτήσω.
Όσες φορές επιχείρησα να πάρω τηλέφωνο, ο συνδρομητής που καλείται είναι εκτός δικτύου, η κλήση σας προωθείται. Που προωθείται? Όσες φορές έστειλα μήνυμα γύρισε πίσω μετά από μία εβδομάδα.
Έχασα τον ύπνο μου, το κέφι μου για ζωή.
Και το μεγαλύτερο πλήγμα ήταν που έχασα την αισιοδοξία μου. Ακόμα και στις πιο δύσκολες φάσεις της ζωής μου, πάντα βλέπω την θετική πλευρά των πραγμάτων, σε σημείο που μερικές φορές να με θεωρούν και αναίσθητο.
Τώρα τίποτα. Όλα μαύρα. Όλα θολά.
Το καλοκαίρι πέρασε, ήρθε το φθινόπωρο, φτάσαμε στις γιορτές.
Οι βιτρίνες στολισμένες, οι δρόμοι φωτεινοί, εγώ μόνος, μελαγχολικός.
Ο Α έφυγε, πήγε στους δικούς του για γιορτές. Με παρακάλεσε να πάω μαζί του ή να πάω στους δικούς μου. Να μην μείνω μόνος. Λες και αν ήμουνα με κόσμο δεν θα ήμουνα μόνος.
Όχι θα μείνω μόνος στην γιορτινή Αθήνα. Ο πόνος είναι πιο θεατράλε και ήθελα να τον ζήσω, να τον νικήσω.
Δώδεκα παρά δέκα, παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Έχετε ένα νέο μήνυμα. Το νούμερο άγνωστο. "Χρόνια Πολλά μωράκι … μου λείπεις".
Παίρνω αμέσως τηλέφωνο. Καλεί. Μια γνώριμη φωνή ακούγεται.
- Έλα μωράκι… Που σε πετυχαίνω? Χρόνια σου Πολλά.
- Σπίτι είμαι και ετοιμάζομαι να πάω σε κάτι φίλους για χαρτί(με ένα μπουκάλι βότκα αγκαλιά). Χρόνια Πολλά αγόρι μου. Χάθηκες. Σε πεθύμησα. Μαύρη πέτρα έριξες. Ούτε ένα τηλέφωνο (καριόλη). Πότε με το καλό μας έρχεσαι? (μου έλειψες γαμώτο, μου έλειψες πολύ)
- Αθήνα είμαι στο Bodega. Τι λες, να φυλάξω το πρώτο φιλί για σένα?
- Θα σε γαμήσω έτσι και δεν το φυλάξεις. Σε μισή ώρα είμαι εκεί.


ΤΡΕΧΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ !!!

No comments:

Post a Comment

Πόσα μυστήρια να λύσω πια?