26.1.08

ΣΤΟΝ ΚΑΝΑΠΕ

Αραχτός στον καναπέ, στο τζάκι μπροστά. Συντροφιά με ένα τσιγάρο και με ένα ποτήρι ουίσκι.
Από τις σκέψεις με έβγαλε το τηλέφωνο.
- Καλησπέρα, είμαι η Αντιόπη.
- Καλησπέρα τι κάνεις? Ο Θανάσης?
- Μια χαρά, τι λες έρχεσαι να πιούμε ένα καφεδάκι? Σπίτι είμαι μόνη μου. Έχω φτιάξει και πάστα φλώρα.
- Σε κανά μισάωρο θα είμαι εκεί.
Αραχτοί στον καναπέ, στο τζάκι μπροστά. Συντροφιά με ένα τσιγάρο και με ένα φλυτζάνι αχνιστό καφέ.
- Τα νέα σου.
- Πια νέα Αντιόπη μου. Ξανά στο μαγγανοπήγαδο. Εσείς πως τα πάτε. Ο άρρωστος τι κάνει?
- Μια χαρά είναι, έχει βγει βόλτα για τάβλι με τον κουμπάρο μας. Ήθελα να σε δω να τα πούμε. Να σου μιλήσω.
- Είμαι όλος αυτιά, αν και δεν ξέρω αν πρέπει να τα ακούσω. Όσο πιο πολλά ξέρεις τόσο πιο δύσκολη γίνεται η ζωή σου.
- Θα σου πω μια ιστορία, γίνεται και βιβλίο αν θέλεις. Από μένα έχεις το δικαίωμα και την ελευθερία να τα γράψεις όλα. Το αν θα το κάνεις είναι δικό σου θέμα. Απλά δεν θέλω και δεν μ’ αρέσει να βλέπω λάθη του παρελθόντος να επαναλαμβάνονται.
Από δω και πέρα θα προσπαθήσω να τα αφηγηθώ τα γεγονότα όσο καλύτερα μπορώ. Πολλές εκφράσεις είναι δανεισμένες από την αφήγησή της.
Η Αντιόπη γεννήθηκε στην Πόλη, αρχές του προηγούμενου αιώνα. Από πλούσια μεγαλοαστική οικογένεια. Ο πατέρας της έμπορος με καταγωγή από την Χίο και η μητέρα της Τουρκάλα. Στα μετέπειτα δύσκολα χρόνια αυτό τους γλύτωσε από πολλές φασαρίες. Μεγάλωσε με νταντάδες και με όλα τα καλά του Θεού. Τίποτα δεν της έλειπε και δεν της χάλαγαν κανένα χατίρι. Θα μπορούσε να είναι ένα κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο, αλλά η μάνα της που ήταν από τις καλλονές της εποχής της, δεν το επέτρεψε ποτέ να γίνει. Μικρό κορίτσι έπαιζε με τα άλλα παιδιά της γειτονιάς και με τουρκάκια ακόμα. Με παιδιά από φτωχότερες και κατώτερες οικογένειες. Αρκεί να είχαν τίμιο όνομα στην κοινωνία. Την βάφτισαν Χριστιανή, αλλά ποτέ δεν ακολούθησε καμία θρησκεία. Μια από τις αγαπημένες της ατάκες είναι ‘Ούτε Χριστό, ούτε Αλλάχ. Ελεύθερη θέλω να είμαι’. Κοντά στα 17, ήταν μια πολύ όμορφη και πλούσια κοπέλα. Νύφη πολύφερνη. Τα προξενιά δίνανε και πέρνανε. Αυτή όμως δεν ήθελε κανέναν. Θεωρούσε ότι ήταν πολύ μικρή για να παντρευτεί. Ο πατέρας αν και Έλληνας γινόταν Τούρκος. Σύμμαχός της η μητέρα της. Τα τσάγια και οι ρεβεράντζες δίνανε και παίρνανε. Φιλολογικές βραδιές, τραπέζια και καλέσματα. Και όλα αυτά με σκοπό τον γάμο. Το να βρει το παληκάρι εκείνο. Μοναχοκόρη κιόλας έπρεπε να αποκατασταθεί. Μέχρι και κάποιους Τούρκους ανώτερους αξιωματούχους της φέρανε.
Σε κάποιο λοιπόν σουαρέ της εποχής καλεσμένος ήταν και ένας νέος από την Αίγυπτο. Έτυχε να είναι για δουλειές στην Πόλη και τον κάλεσαν. Όμορφος, πολύ όμορφος. Με μια ομορφιά που δεν μπορούσες να την κατατάξεις στα συνηθισμένα πρότυπα. Θύμιζε άγαλμα. Αρχαίο Έλληνα. Ο Θανάσης μου. Και ευγενικός, συνεσταλμένος σαν κορίτσι.
Μόλις τον είδα είπα ή αυτόν ή κανέναν άλλον. Τα προβλήματα πολλά, δεν ξέραμε τίποτα για αυτόν, ούτε για την οικογένειά του. Το μόνο που ξέραμε ήταν ότι ήταν ένας νέος έμπορος από την Αλεξάνδρεια που είχε έρθει στην Πόλη για να κλείσει κάποιες συμφωνίες. Πόσο θα καθόταν, που έμενε δεν το ήξερα. Μας σύστησαν, είδα στα μάτια του ότι και γω δεν του ήμουν αδιάφορη. Μετά από πολλές πιέσεις στον πατέρα μου εκείνο το βράδυ, και κυρίως με την συμβολή της μητέρας μου, ο Θανάσης ήταν σπίτι μας το επόμενο απόγευμα, καλεσμένος για τσάι. Η πρώτη επαφή είχε γίνει. Πέρασε με άριστα όλες τις εξετάσεις που τον υπέβαλε ο πατέρας μου και ένα απόγευμα δώσαμε λόγο. Τώρα στα λέω στα γρήγορα, γιατί δεν είναι αυτό το θέμα μας. Το θέμα μας είναι ο γάμος μου με τον Θανάση, όλα αυτά που έζησα, έμαθα και γνώρισα.
Έχεις όρεξη για να τα ακούσεις?
03 Allspice, Cinna...

No comments:

Post a comment

Πόσα μυστήρια να λύσω πια?