Μετά από μια κοπιαστική μέρα, με ευχάριστη κατάληξη στο Διόνυσο, με ένα ποτήρι ούζο και με μια Ακρόπολη λουσμένη στο φως, με ένα πρόγραμμα βαρύ που περιλαμβάνει ένα ταξίδι αστραπή στο Ναύπλιο, καθώς και μία έκλειψη ηλίου (φτου, μακριά από εμάς), 11 και κάτι βράδυ Τρίτης, με τα φλέβαρα όχι απλά βαριά αλλά μολύβι ... μια κλεμμένη σελίδα του Kahraman, παρμένη από το ημερολόγιο ενός τρελού.
Με μιά ελπίδα και προσμονή στο να μην φάω πόρτα, κάλεσμα στέλνω σε ένα από τα τρία καλύτερα αλλά και παλαιότερα ιστολόγια. Στην αγαπητή mindstripper, που ελπίζω να μου δώσει μια σελίδα από το δικό της ημερολόγιο.
Αλλά ας μην λέω πολλά, γιατί στο πληκτρολόγιο πάνω με βλέπω να κοιμάμαι, ο Kahraman αποκαλύπτεται ...

(Σ.τ.Σ. Το κείμενο έχει και μουσική υπόκρουση. Ή μάλλον… παράκρουση)
Περί έρωτος και άλλων δαιμονίων
Πάνε δυο χρόνια. Παρά κάτι. Δυο χρόνια μακριά σου. Σαν να πέρασαν δυο αιώνες. Το τελευταίο ειδύλλιο- πώς λέμε το τελευταίο τανγκό; Όχι στο Παρίσι. Στην Αθήνα. Δυο χρόνια χωρίς έρωτα είναι πολύ. Αβάσταχτα πολύ, για μένα που γεννήθηκα με την καρδιά στο πέτο. Σαν γαρύφαλλο. Σαν τα γαρύφαλλα που έγλειφες από τον μπακλαβά, θυμάσαι; Για να πάρεις την τελευταία σταγόνα μέλι. Και τα ‘παιζες στα δόντια σου. Κοιτάζοντάς με. Παιχνιδιάρικα, γιατί ήξερες. Πόσο σε ήθελα. Πόσο σε θέλω. (Χριστέ μου, πόσο σε θέλω!).
Ήξερες. Ότι δεν μπορούσα να σκύψω και να σε φιλήσω. Όχι στο ξένο μαγαζί. Τα βράδια όμως; Τα βράδια σου μάτωνα τα χείλια. (Να σε πιω, να σε χορτάσω, να ρουφήξω την ανάσα σου). Και χανόμουν στα μάτια σου. Ξέρω δυο μάτια γαλανά, γαλανά, γαλανά, σαν ουρανού κομμάτια. Κι εγώ. (Ξέρεις πώς σκουραίνει το χρώμα τους από τον πόθο; Γίνονται μαβιά, σαν την μπλούζα που σου χάρισα. Θυμάσαι; Τη φοράς ακόμα άραγε; Κι όταν τη φοράς, με σκέφεσαι; Αλήθεια, με σκέφτεσαι καθόλου;).
Κι αποκοιμιόμουν με το πρόσωπο χωμένο στον λαιμό σου. Εκεί που σγουραίνουν τα μαλλιά σου. (Μην κουρευτείς ποτέ. Σου πάνε λίγο μακριά. Ξανθαίνουν στις άκρες). Μεθώντας με τη μυρωδιά σου. (Στον σβέρκο, εκεί που ιδρώνεις. Με τρέλαινε η μυρωδιά σου. Ακόμα και τώρα, μια ζωή μετά, νιώθω αυτή τη μυρωδιά πάνω μου ώρες-ώρες. Νιώθω τα σημάδια. Σημάδια όλα δικά σου). Έχεις νιώσει ποτέ έτσι για κάποιον; (Για μένα; Δες πώς σε κοιτάω. Κρέμομαι από τα χείλη σου. Ξέρω δυο χείλη τρυφερά, τρυφερά, σαν κόκκινα γεράνια. Πες «ναι» κι ας είναι ψέματα).
Όλο σου το κορμί ν’ αντιδράει στην παρουσία του; Να ανατριχιάζεις σαν αγγίζεστε; Να μην μπορείς να πάρεις τα χέρια σου από πάνω του; Να σου πάει το δέρμα του, η γεύση του, οι μυρωδιές του, όλα του; Τόσο, που ν’ αναρωτιέσαι πώς έζησες τόσα χρόνια μακριά του; Σαν να γεννήθηκες γι’αυτή τη στιγμή και μόνο, σαν ν’ αρχίζει η ζωή σου αυτή τη στιγμή και μόνο, σαν να υπάρχει αυτή η στιγμή και μόνο, η κάθε στιγμή που περνάτε μαζί -και μόνο; Σαν έτοιμος από καιρό;
Σαν να γεννήθηκες με την καρδιά σε ξένα στήθη; Ξέρεις πώς είναι; (Πες κάτι. Ο,τιδήποτε, μόνο πες μου κάτι). Με σκοτώνουν οι σιωπές σου. Με σκοτώνει η απόσταση. Με σκοτώνει η απουσία σου. Με σκοτώνει το όνομά σου στις επαφές του κινητού μου, κάθε φορά που πατάω το «Λ». Γιατί δεν με παίρνεις πια. Ούτε εγώ. Κάνω την καρδιά μου πέτρα και δεν σου τηλεφωνώ ποτέ. Κι ύστερα κανόνισα και δεν σου τηλεφώνησα, ούτε μια φορά. Μόνο που εγώ δεν έκλαψα πικρά. Γι’ αυτό μου λείπεις ακόμα, ίσως.
Σου γράφω όμως. Παλιομοδίτικα, μακροσκελή γράμματα. Που δεν τα στέλνω ποτέ. Γιατί εσύ είσαι εκεί. Κι εγώ εδώ. Σε δυο αντίθετες άκρες της χώρας. Κι έχεις κάποιον άλλο. (Γιατί μου έστειλες μήνυμα τότε; Γιατί μου χάιδευες το μέτωπο εκείνο το βράδυ, στο Γκάζι; Γιατί με στοιχειώνεις ακόμα; Εσύ προχώρησες. Άσε με κι εμένα να συνεχίσω τη ζωή μου. Δεν αντέχω άλλο, μωρό μου. Σ’ αγαπώ, αλλά δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω. Δεν…).
Φοβάμαι. Τι κι άντρας που είμαι, φοβάμαι, φοβάμαι. Ότι δεν θα σε έχω ποτέ. Ότι δεν θα σε ξεχάσω ποτέ. Ότι δεν θα ξαναγαπήσω ποτέ. (Όχι όπως εσένα. Όχι εσένα).
Πάνε δυο χρόνια. Παρά κάτι. Δυο χρόνια μακριά σου. Δυο αιώνες. Μια ζωή.




