Άρχισαν οι διαφημίσεις κατά του καπνίσματος. Δεν θα αναφέρω αν με βρίσκουν σύμφωνο ή αντίθετο, καπνιστής είμαι βλέπετε και δεν έχω σκοπό να το κόψω.
Δεν θα μιλήσω για το αν είναι ρατσιστικό ή όχι το μέτρο. Δεν θα αναφέρω αν κάνει καλό στην υγεία και στην τσέπη μας.
Απλά από το βιβλίο
SANTÉ 15 συγγραφείς και ένα μυθικό τσιγάρο, είναι η σημερινή μας ιστορία. Ένα κείμενο του Γιώργου Μανιώτη.
Στο σπίτι της δεν είχε βάλει ποτέ κανέναν. Έμενε σε ένα φτωχικό δυαράκι κάτω από την Ακρόπολη. Κυκλοφορούσαν φήμες ότι τα δωμάτια του φτωχικού της διαμερίσματος ήταν γεμάτα με πάκους από παλιές, κιτρινισμένες εφημερίδες, με κούτες πατικωμένες ως απάνω με εξωφρενικά καπέλα και ντουλάπες στουμπωμένες με χιλιάδες παλιές, αστραφτερές τουαλέτες, αγορασμένες όλες από τα αμερικάνικα.
Στις αρχές του αιώνα πρέπει να έζησε την νεότητά της. Ήταν από τις λίγες γυναίκες που είχαν τελειώσει Πανεπιστήμιο εκείνη την εποχή. Είχε ασχοληθεί και με τον χορό. Όταν ήταν νέα, είχε ένα σώμα τέλειο. Θυμάμαι μια φωτογραφία που πιθανόν μόνον σε μένα να 'χε δείξει. Γυμνή από την μέση και απάνω, φορώντας ψεύτικη γενειάδα και ακάνθινο στεφάνι, με τα χέρια ολάνοιχτα πόζαρε πάνω στον σταυρό σαν μέγας θηλυκός εσταυρωμένος. Πρέπει να είχε πιστέψει σε όλες αυτές τις ιδέες για την απελευθέρωση της γυναίκας, που ήταν τόσο πού της μόδας εκείνα τα χρόνια.
Και όμως μια ωραία πρωία τα εγκατέλειψε όλα αυτά και ασχολήθηκε με το θέατρο. Για μια νέα γυναίκα και επιστήμονα όπως ήταν αυτή, μια τέτοια απόφαση ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Και όμως μια ωραία πρωία γύρισε την πλάτη της σε όλους μας εμάς και βγήκε στην σκηνή. Ήταν άγρια και ελεύθερη ύπαρξη και αμέσως κατάλαβε την παγίδα που πήγαινε να της στήσουν.
"Όχι ... κύριοι", είπε, "εγώ δεν θα πάρω μέρος στη ζωή που εσείς ήδη έχετε προετοιμάσει για μένα. Εγώ δεν θα πάρω μέρος στο παιχνίδι σας. Εγώ θα ανέβω στην σκηνή και θα σας δείχνω τα ψέματα που σας έχουν αναγκάσει να ζείτε! Έτσι θα πορευθώ! Στην πραγματική μου ζωή δεν θα υπάρχω. Θα είμαι απλώς ένα φάντασμα! Θα υπάρχω μόνον όσο διαρκεί η παράσταση! Κάτι είναι και αυτό!"
Έτσι φρόντισε να κρατήσει τον εαυτό της αόρατο σχεδόν, μισοκρυμμένο πάντα στις πίσω σκιές των κτιρίων. Όσο ήταν νέα πρέπει να χάρηκε τον έρωτα, αλλά είμαι σίγουρος ότι μακροχρόνια, νόμιμη σχέση δεν πρέπει να έκανε ποτέ. Το άβατο της μοναξιάς της δεν το πάτησε ποτέ κανείς. Δεν δέχτηκε να στήσει νοικοκυριό. Έτρωγε πάντα στο πόδι όλον αυτόν τον καιρό και επειδή -λόγω του επαγγέλματός της- δεν είχε πάντα άφθονα τα λεφτά, για να ξεγελάει την πείνα της κατέφευγε στα γλυκά. Έτσι απέκτησε το σάκχαρο της που την πριόνιζε καθημερινά καθώς τα χρόνια είχαν αρχίσει να περνούν.
Στην διάρκεια της ημέρας την έβλεπες συχνά να κάθεται μονάχη της στο τραπεζάκι κάποιου καφενείου, να πίνει τον καφέ της, να μηρυκάζει την θλίψη της, να ηλεκτρίζεται στην θέα των απόμαχων της ζωής και να καπνίζει τα κόκκινα τσιγάρα της. Αυτό το κόκκινο κουτί με την χαμογελαστή ξανθιά πάνω στο καπάκι του ήταν το φυλαχτό της. Δεν το αποχωριζόταν ποτέ. Όταν την πλησίαζες να την γνωρίσεις, το πρώτο που έκανε ήταν να σου προσφέρει τσιγάρο.
"Καπνίζεις;" σε ρωτούσε με την βραχνή φωνή της και σου 'δειχνε με νόημα το κόκκινο πακέτο. Έψαχνε να δει τις αντιδράσεις σου. Γύρευε να διακρίνει τι εντύπωση θα σου έκανε το χρώμα του κουτιού. Καθώς δίσταζε να το ανοίξει και να σου προσφέρει τσιγάρο, περιμένοντας την απάντησή σου σε ζύγιζε, σε μετρούσε λέγοντας από μέσα της : "Μωρέ, τι φρούτο είναι τούτο εδώ! Λες να είναι από τους δικούς μας ... ή μπας και είναι από τους άλλους, του σωρού;" Ήταν σαν να σου ψιθύριζε γλυκά στ' αυτί : "Εγώ, αγοράκι μου, δεν είμαι σαν τους άλλους! Εγώ δεν ανήκω στον κόσμο τούτο. Εγώ την έχω κάψει την καλύβα μου, προ πολλού! Εγώ καπνίζω αυτό που βλέπεις. Αυτή είναι η μάρκα μου. Το κόκκινο είναι το χρώμα μου! Το χρυσαφί της φαρδιάς κορδέλα η ελπίδα μου και τα ξανθά μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη της όμορφης γυναίκας πάνω στο καπάκι είναι τα όνειρά μου. Αν συμφωνείς, κάτσε! Αν δεν σ' αρέσει, σήκω ... φύγε!"
Αν το πακέτο δεν σου έκανε καμιά εντύπωση, ήσουν ήδη υπόθεση χαμένη γι αυτήν, αν όμως ξαφνιαζόσουν και το έπαιρνες γεμάτος θαυμασμό στα χέρια σου να το περιεργαστείς, η παράξενη αυτή γυναίκα με την βραχνή φωνή είχε γίνει για πάντα φίλη σου. Αν έλεγες : "Συγγνώμην, δεν καπνίζω...", στύλωνε τα μάτια της πάνω σου και σε έγδερνε με την λύπηση της φωνής της. "Άκαπνος είσαι;" σε ρωτούσε και ύστερα, με τα χέρια της, χωρίς να περιμένει απάντηση, σου έκανε νόημα να κάτσεις δίπλα της, να μοιραστείς τον καημό της. Το ότι δεν κάπνιζες, αυτό σήμαινε ότι δεν είχες μπει ακόμα στα βάσανα του κόσμου.

Σιγά σιγά, καπνίζοντας το ΄να τσιγάρο πίσω από το άλλο, σε συνήθιζε και σου άνοιγε την καρδιά της. Σου ΄λεγε πως κάποτε, στον Μεσοπόλεμο, όταν ήταν νέα και ωραία, την είχε ερωτευθεί ένας εργοστασιάρχης από την Αλεξάνδρεια και της είχε πει ότι αν τον παντρευόταν, θα της έχτιζε τρία θέατρα. Στην εύλογη απορία σου "Γιατί τελικά δεν τον παντρευτήκατε Σαπφώ;" άστραφτε και βροντούσε και σου απαντούσε με θυμό : "Γιατί δεν τον αγαπούσα, βλάκα!" Κι αν εσένα σε έβαζε ο διάολος να της πας κόντρα και επέμενες σε εξηγήσεις λέγοντας "Έπρεπε να θυσιάσετε τα προσωπικά σας αισθήματα χάριν της τέχνης, Σαπφώ... Τώρα θα είχατε τρία θέατρα δικά σας και θα ήσασταν θιασάρχης!", σε κοιτούσε αλαφιασμένη σαν αν έβλεπε κάποιο τραγικό δυστύχημα στη μέση του δρόμου και σε περιέλουε με το κατράμι της φωνής της πατόκορφα.
"Ηλίθιε", σου απαντούσε έτοιμη να εκραγεί, "αυτός ήταν ένας βιομήχανος, χημικός, εργοστασιάρχης που έκανε πειράματα και είχε παραμορφωθεί, σαν τον Φραγκεστάιν είχε καταντήσει!"
Αν εσύ ήθελες να κάνεις την συνάντηση πιο ενδιαφέρουσα, την άφηνες να ανάψει άλλο τσιγάρο και επανερχόσουν με άλλη ερώτηση που ήξερες εκ των προτέρων ότι θα πυροδοτήσει ανεπανόρθωτα το εκρηκτικό της ταπεραμέντο.
"Αυτό λοιπόν ήταν το μόνο φλερτ της ζωής σας;" ρωτούσες σιγανά, "Γι' αυτό λοιπόν ακούγονται όσα ακούγονται; Γι' αυτό όλες οι τραβεστί σας θεωρούν θεά και μητέρα τους;" Σε κοίταζε πλαγιομετωπικά με απέραντες υποψίες και ύστερα με το γιαταγάνι της φωνής της προσπαθούσε να σε αποκεφαλίσει.
"Άρρωστε..." ούρλιαζε εκτός εαυτού και έκανε τα κεφάλια των πάντων να στραφούν προς το μέρος της. "Άρρωστε, πας να μου κάνεις πλύση εγκεφάλου, ε; Μάθε λοιπόν να ξέρεις ότι το ΄45 με είχε ερωτευτεί και ένας αντάρτης, αλλά δυστυχώς τον εκτελέσανε..." -εδώ η φωνή της έσπαγε, τα μάτια της γέμιζαν δάκρυα και το κεφάλι της γινόταν μολυβένιο και βαρύ από μια απέραντη θλίψη που την ξερίζωνε από την πραγματικότητα και την παρέσυρε στα εδάφη του δικού της περίκλειστου κόσμου.
Το κόκκινο πακέτο με την χαμογελαστή ξανθιά και τα γλυκόπικρα τσιγάρα ήταν το μόνο σημείο αναφοράς που δεν την άφηνε να χαθεί οριστικά μέσα στην απέραντη λύπη της. Την ώρα που ταξίδευε στις αναμνήσεις της, είχε τα μάτια της καρφωμένα απάνω του με απόγνωση και οδύνη. Από κει πιανόταν και ξανάμπαινε στον παρόντα χρόνο. Πάνω στο θολό, κόκκινο χρώμα εστίαζε την προσοχή της και ξαναφορούσε το παραμορφωμένο από την αρθρίτιδα σώμα της. Αναστέναζε βαθιά, έπαιρνε το πακέτο και τον αναπτήρα στα χέρια της, πλήρωνε το λογαριασμό της, σηκωνόταν και έλεγε : "Άντε, πέρασε η ώρα, καιρός ... να πάμε στα σπίτια μας!"
Οι άνθρωποι του θεάματος όπως πάντα δεν κατάλαβαν τίποτα μέσα στην ατσαλάκωτη, ηθελημένη υπεραισιοδοξία των λινών κουστουμιών τους. Δεν της φέρθηκαν καλά, δεν εκτίμησαν το ταλέντο της, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν τον αρχαίο σπαραγμό της. Άλλωστε τους ήταν άχρηστος μέσα στο ψέμα της πρώτης μεταπολεμικής εποχής που τότε ξεκινούσε με νιαουρίσματα, με λεωφόρους, με έπιπλα δανέζικα. Όλο κάτι ρόλους υπηρέτριας και σπιτονοικοκυράς της έδιναν. Πρόσωπα λαϊκά, χωρίς φύλο και επιθυμίες, που είχαν κάνει την αυτοθυσία δεύτερη φύση. Πρόσωπα που κανείς δεν υπολόγιζε αν ζουν ή πεθαίνουν. Πρόσωπα της υπομονής, που οι άλλοι γύρω, οι καινούργιοι κυρίαρχοι των σπιτιών, σπάγανε πλάκα με τις αντιδράσεις τους. Το κοινό όπως πάντα γελούσε και ξεκαρδιζόταν με τις γκριμάτσες του προσώπου της και τις αγριοφωνάρες της, ποτέ όμως αυτοί δεν είχαν σταθεί να παρατηρήσουν τα αιώνια λυπημένα μάτια της. Ποτέ όλοι αυτοί δεν είχαν αναρωτηθεί αν τα πρόσωπα που υποδυόταν νοιώθουν λύπη ή χαρά. Με ότι κι αν έκανε γελούσαν, όταν θύμωνε γελούσαν, όταν χαιρόταν γελούσαν, όταν έκλαιγε γελούσαν. Αυτήν την ίδια και τα πρόσωπα που υποδυόταν δεν τα θεωρούσαν ανθρώπους ζωντανούς. Ήταν οι απαραίτητες καρικατούρες για να γεμίζουν τα κενά της νόμιμης και επίσημης δράσης των συζύγων και των αιωνίως ερωτευμένων. Αυτή όμως δεν είχε πάρει μέρος σε τέτοιου είδους παιχνίδια. Είχε αποχωρήσει στην γωνιά της και σαν λαβωμένο θηρίο παρατηρούσε έκθαμβη τα απελπισμένα καμώματα των άλλων που νόμιζαν ότι θα δώσουν κάποιο νόημα στη ζωή τους. Ήταν φυσικό λοιπόν όλοι αυτοί οι καινούργιοι υπερδραστήριοι με τα σπορ αυτοκίνητα να μην σέβονται την στάση της ζωής της και να την θεωρούν κωμικό πρόσωπο. Γι' αυτό της έδιναν πάντα τους ρόλους ενός χρήσιμου παρείσακτου που, ενώ νομίζει ότι είναι εκτός παιγνιδιού, γίνεται το γελαστό σκιάχτρο τους και το προς αποφυγήν παράδειγμα. Αυτή όμως δεν ενόχλησε ποτέ κανέναν, δεν έδειξε ποτέ την αηδία της για τις νοικοκυρεμένες ψυχές τους. Πάντα ήταν ντυμένη ευπρεπώς και στις κοινωνικές συναστροφές νευρική αλλά συνεπέστατη. Το μόνο σημάδι που φανέρωνε την βαθειά της αντίθεση ήταν το κόκκινο πακέτο των τσιγάρων της. Μέσα στις συναστροφές έψαχνε απελπισμένα να βρει τους ομοίους της. Οι καιροί ήταν και είναι σκληροί και κανείς δεν έδειχνε και δεν δείχνει αυτό που πραγματικά πιστεύει και σκέφτεται. Με σήματα κρυφά επικοινωνούσαν οι υποψιασμένοι μεταξύ τους. Με μικρές λεπτομέρειες, όπως το κόκκινο πακέτο, έβρισκες και βρίσκεις τον αληθινό σου φίλο.
Προς το τέλος της ζωής της, άνθρωποι σοφοί εκτιμήσανε τη λύπη και το παράπονό της. Τράβηξαν την μάσκα του θηλυκού παλιάτσου από το πρόσωπό της και άφησαν να ηχήσει μέσα στην έρημη χώρα σπαραχτικά η τραγική δύναμη του ταλέντου της. Μόλις που κάτι πρόλαβε να παίξει με το αληθινό της πρόσωπο, μόλις που κάτι πρόλαβε να διαβάσει στο ραδιόφωνο με την αληθινή της φωνή, όμως κι αυτά τα λίγα, τα ελάχιστα στάθηκαν υπεραρκετά για να αιχμαλωτίσουν την μνήμη μας μια για πάντα. Ύστερα από λίγο, όπως συνήθως συμβαίνει σ' αυτόν τον άχαρο τόπο, ένα πρωί την βρήκαν νεκρή, καθισμένη σε μια ψάθινη καρέκλα, πεσμένη με το μισό της σώμα πάνω στο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, να 'χει το χέρι της τεντωμένο για να πιάσει τα κόκκινα τσιγάρα της που το απόγευμα τα είχε ακουμπήσει στην άλλη άκρη.