30.9.07
29.9.07
28.9.07
Η ΠΤΗΣΗ
Ναγκίμπ Μαχφούζ Για μένα η Αίγυπτος δεν είναι μονάχα ένα κομμάτι γης, η Αίγυπτος γέννησε τον πολιτισμό. Στην ιστορία της ανθρωπότητας είναι η μάνα χώρα και ότι κι αν της συμβεί, θα της εξασφαλίζει ιδιαίτερη εκτίμηση και σεβασμό μεταξύ των εθνών - έτσι ακριβώς όπως τα παιδιά οφείλουν στους γονείς, ακόμη κι αν τους ξεπεράσουν σε πλούτο, μόρφωση και ισχύ.
Η Αίγυπτος έχει τον αρχαιότερο πολιτισμό, όλοι οι λαοί πέρασαν από εδώ, ο ένας ύστερα απ’ τον άλλο. Μετά τους Φαραώ ήρθαν οι Πέρσες, κατόπιν οι Έλληνες, έπειτα οι Ρωμαίοι και οι Άραβες και ούτω καθεξής. Η κοιλάδα του Νείλου έγινε ένα παγκόσμιο βιβλίο, στο οποίο έχουν υπογράψει όλοι οι πολιτισμοί, αφήνοντας το στίγμα τους.
Για μένα πάλι είναι η χώρα που είναι υπτίως του Αιγαίου. Κάτω από το Αιγαίο. Με την γοητεία της, το μυστήριο της, τα αρώματα της, τον μικρό της Φαραώ.
Από εδώ ξεκίνησε την δράση του ο Lawrence. Από εδώ και μείς θα ξεκινήσουμε την σχέση μας. Ή μήπως πάλι έτσι θέλω να πιστεύω? Δεν γαμιέται. Άστο να κυλήσει, αν μη τι άλλο θα μας μείνει και το ταξίδι, που δύσκολα να πω και του στραβού το δίκιο θα έκανα μόνος. Άσε που δεν είχα και τα λεφτά για να το κάνω. Τέλος πάντων.
- Που ταξιδεύεις?
- Έλα μου ντε, που ταξιδεύω?
- Τι στο μουγκό θα την βγάλουμε σε όλο το ταξίδι?
- Καλά μην κάνεις έτσι 2 ώρες είναι, δεν πάμε και Αυστραλία.
- Μέσα στην γκρίνια, με τίποτα πια δεν ευχαριστιέσαι?
- Ε όλο και με κάτι θα ευχαριστιέμαι (ε ρε γκρίνια που θα φας έτσι και δεν μου κάτσεις)
- Θα ακολουθήσουμε ακριβώς το πρόγραμμα του Lawrence.
- Θα παίζει και ο Omar Sharif?
- Χαχαχα κάνω τον Omar κάνεις τον Lawrence?
- Πρόσεξε τι λες, μην μου τα γυρίσεις μετά. (καλά ξεκινάμε)
- Εγώ ποτέ!!!
- Αλήθεια θα κάνουμε ακριβώς την διαδρομή ή στο περίπου?
- Γιατί σκέφτεσαι κάτι?
- Τις κακουχίες.
- Μην φοβάσαι δεν θα σε κουράσω
- Έτσι μπράβο (να είμαι ξεκούραστος τα βράδια)
- Θα σου κάνω και μασάζ
- Όλο υποσχέσεις, αλήθεια δεν βαριέσαι?
- Να δίνω υποσχέσεις?
- Να μην τις τηρείς.
- Αυτή είναι η γνώμη σου για μένα?
- Και χειρότερη, αλλά άσε να λέμε και κάτι μέσα στην σκηνή.
- Στην σκηνή? Δεν το έχω κανονίσει?
- Ο Omar έμενε σε σκηνή μαζί με τον Lawrence. Το υποσχέθηκες …
- …
- Μπα δεν μιλάμε τώρα?
- Σκέφτομαι.
- Η πολύ σκέψη τρώει τον αφέντη.
- Αχ τι θα κάνω με σένα που έμπλεξα
- Αν δεις τα δύσκολα, πούλα με σε κανένα παζάρι. Την προηγούμενη φορά έπιασα τις 300 καμήλες.
- Μην μου βάζεις ιδέες.
- Γιατί πιστεύεις άσχημα θα περάσω? Χαχαχα
- Αυτό με φοβίζει, ότι δεν θα περάσεις άσχημα και δεν θα είσαι και μαζί μου
- Διλλήματα βλέπω
- Πολλά γαμώτο με σένα που έμπλεξα
- Ναι βρε γαμώτο δεν σου άξιζε κάτι τέτοιο
- Α να χαθείς
- Με την πρώτη ευκαιρία, με τον πρώτο τουαρέγκ που θα βρω την έκανα
- Για αυτό και εγώ έκλεισα ένα δωμάτιο, για να σε ελέγχω
- Πες ότι θέλεις να επωφεληθείς και ότι σε πιάσαν και οι τσιγκουνιές και ας τα σάπια.
- Για ότι θέλεις κατηγόρησε με, για τσιγκούνη ποτέ
- Καλά Δήμο.
- Ποιός είναι ο Δήμος?
- Ο Σταρένιος, ο γερολαδάς
- Εμ θα τις πάρω τελικά τις καμήλες και με 10 θα σε δώσω
- Είδες που στα ‘λεγα εγώ?
- Δεν ξεκινάμε καλά χαχαχα
- Εσύ λύσσαξες τι σκέφτεσαι και τι σκέφτεσαι
- Τώρα αλήθεια ένα δωμάτιο έκλεισες?
- Ναι, δεν θέλεις? Το αλλάζουμε. Απλά για να είμαστε παρεούλα
- Και αν γνωρίσω κανέναν? Ή αν γνωρίσεις καμιά?
- Ε τότε ή θα πάω ή θα πας στο μπαρ
- Δεκτό. Άσε με λοιπόν να κοιμηθώ λίγο
- Έχασες είμαστε πάνω από την Αλεξάνδρεια και σε λίγο φτάνουμε
- Ακόμα καλύτερα, θα κοιμηθώ στο ξενοδοχείο
- Αλήθεια σε ποιο έκλεισες?
- Τα έχεις χάσει τελείως
- Ε έπρεπε να επιβεβαιώσω την φήμη του γερολαδά χαχαχα
- Αχ θα πεινάσουμε το βλέπω
- Μην ανησυχείς έχω συγγενείς εδώ
- Ε μπορεί να πιάσουμε κάτι παραπάνω.
- Χαλάρωσε όλα είναι προπληρωμένα
- Το γλύτωσα δηλαδή
- Μόνο αν είσαι φρόνιμος
- Θα είμαι αγγελούδι όλες τις μέρες. (και διάολος τα βράδια)
- Μωράκι θα μας μείνει αξέχαστο
- Το ελπίζω αγόρι μου
|
26.9.07
ΜΙΚΡΕΣ ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ
Αποφάσισα για λίγες μέρες να την κάνω από την μεγάλη πόλη.Πήγα στα πάτρια εδάφη των δικών μου. Να ξεκουραστώ λίγο, να δω κάποιους φίλους, να μαζέψω και κάποια στοιχεία για μια δίκη που εκκρεμεί.
Να κλείνω σιγά σιγά τα παλιά και να ανοίγω καινούρια.
Και 'χω πολλά καινούρια, σχέδια, όνειρα, ιδέες.
Ξεκλέβω λίγο χρόνο και σας επισκέπτομαι όλους στα σπιτικά σας.
Μπορεί να μην σχολιάζω, αλλά καμιά φορά δεν είναι κι απαραίτητο.
Από δω και πέρα αρχίζουν οι αποδράσεις οι δικές μου. Μ' αρέσει το καλοκαίρι, αλλά για τις εκδρομές μου προτιμώ το φθινόπωρο.
Παίρνω το αυτοκίνητο, το σκυλί και τον καλό μου και κάνουμε 3ήμερες εκδρομούλες.
Χωρίς προορισμό, χωρίς να έχουμε κάποιον σκοπό.
Έτσι για την βόλτα, για τον αέρα.
Αλλά προς το παρόν στην Εύβοια, χθες στην ψαροταβέρνα του φίλου του Γιώργου, στο λιμανάκι, στην Αμάρυνθο. Έκλεισε για ανακαίνιση Ευκαιρία για τσιμπούσι. Μαζευτήκαμε καμιά δεκαριά φίλοι και αδειάσαμε τα ψυγεία. Πάντα το κάνουμε, σε κάθε ανακαίνιση το κλείνει για τον κόσμο από το μεσημέρι. Το βράδυ για τους φίλους.Δεν θα σας πω τι φάγαμε, δεν κάνει. Πάντως ψήνει το καλύτερο χταπόδι ever.
Για να μην πω για τα υπόλοιπα.

Έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία, λέει η Χαρούλα σε ένα τραγούδι.Πόσο όμορφη είναι αν κάθεσαι και στην βεράντα του κολλητού στην Εύβοια, πίνεις ουζάκι και την χαζεύεις να στραφταλίζει μέσα στην θάλασσα.
Κλέβοντας για λίγο το laptop της κόρης του και γράφοντας δυο αράδες.
Υπόσχομαι λεπτομέρειες όταν επιστρέψω.
|
ΛΙΓΗ ΥΠΟΜΟΝΗ ΜΟΝΟ
Ξέρω σας ταλαιπώρησα αρκετά, και ζητάω συγγνώμη.Ήρθα σε επαφή με την Βάσω και είναι όντως η Βάσω της ιστορίας μας.
Η Βάσω μου διηγείται την ζωή του Σάκη από πλευρές που έγώ δεν ήξερα.
Η ιστορία θα συνεχιστεί, δεν μου αρέσει να αφήνω τίποτα στην μέση.
Απλά ήθελα να μάθω κι άλλα, που δεν γνώριζα.
Και θέλω να μου δώσει και η Βάσω την άδεια της να τα γράψω.
Άσχετο με το αν θα μου την δώσει εγώ θα γράψω ότι έζησα μαζί του.
Λίγη υπομονή μόνο
|
22.9.07
21.9.07
ΛΕΝΕΛ' Μ'
Την αγάπησα από την πρώτη στιγμή. Νομίζω ότι ήταν κεραυνοβόλος ο έρωτάς μας.
Το λενέλ' μ'. Η θεία μου, η αδερφή μου, η αγάπη μου.
Είχαμε κοντά 40 χρόνια διαφορά, αλλά ήταν λες και δεν υπήρχαν.
Έχω κάνει άπειρες προσπάθειες να γράψω για αυτήν την γυναίκα.
Για το λενέλ' μ'. Δεν μπορώ. Νομίζω ότι και σήμερα πάλι δεν θα γράψω τίποτα.
Άστρο λαμπρό μου, γλυκειά αδελφή μου
φτωχιές οι λέξεις, που ψάχνω να βρω.
Αίμα μου, σάρκα μου ... ΕΣΥ, ακριβή μου
που κρυφά σε φυλάγω σαν θησαυρό.
Λυγερό, μα αδύναμο, το λεπτό το κορμί σου
κρύβει μέσα του, μια μεγάλη καρδιά.
Πόσα αισθήματα !!! έχει βαθειά η αγνή η ψυχή σου
με γεμίζεις με φως και μεγάλη χαρά.
Τα γλυκά σου τα μάτια, πού ναι πάντα κλαμμένα
από πόνους δικούς σου, κι απ' των άλλων καϋμούς.
Ας γελούσαν μονάχα, να μην ειν' δακρυσμένα
αφού έχουν δικούς τους, της καρδιάς μου παλμούς.
Σαν εικόνα αγίας, μες το νου μου φαντάζεις
κι είμαι πάντα κοντά σου, με μια σκέψη γλυκειά.
Σ' αγαπώ, δεν σ' αφήνω και ποτέ μην τρομάξεις
η ζωή μου, μαζί σου, ειν' δεμένη σφιχτά.
υ.γ. Ο πίνακας είναι του 1952 του Δ.Φράγκου και την απεικονίζει.
Το ποίημα το έγραψε κάπου στα μέσα του 1980 η αδερφή της.
Λάτρευε τον Bocelli και κάναμε όνειρα να τον ακούσουμε κάποια στιγμή παρέα.
|
19.9.07
18.9.07
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ
Ο κ.Κ δεν τόκρινε απαραίτητο να ζει σε μια συγκεκριμένη χώρα. Έλεγε "Παντού μπορώ να πεινάσω". Κάποτε όμως έλαχε να περνάει από μιά πόλη που την είχε κυριέψει ο εχθρός της χώρας όπου ζούσε. Τον πλησίασε τότε ένας αξιωματικός και τον ανάγκασε να κατεβεί από το πεζοδρόμιο. Ο κ.Κ κατέβηκε και διαπίστωσε ξαφνικά ότι είχε αγαναχτήσει ενάντια σ' αυτόν τον άνθρωπο, και μάλιστα όχι μόνο ενάντια στον άνθρωπο μα προπαντός ενάντια στην χώρα που ανήκε ο άνθρωπος αυτός, τόσο, που ευχήθηκε να γίνει ένας σεισμός και να την καταπιεί. Γιατί, ρώτησε ο κ.Κ έγινα εθνικιστής εκείνη την στιγμή? Γιατί συνάντησα έναν εθνικιστή. Μα γι' αυτό ακριβώς πρέπει να εξολοθρεύσουμε την βλακεία, γιατί κάνει βλάκες αυτούς που την συναντούν.

Ο κ.Κ διάβαινε από μιά κοιλάδα όταν ξαφνικά παρατήρησε ότι τα πόδια του βούλιαζαν στο νερό. Πρόσεξε τότε ότι η κοιλάδα δεν ήταν παρά μια προέκταση της θάλασσας κι ότι σίμωνε η ώρα της παλίρροιας. Στάθηκε παρευθύς κι άρχισε να ψάχνει για καμιά βάρκα κι όσο ήλπιζε ότι θα την έβρισκε δεν το κουνούσε από την θέση του. Σαν είδε όμως ότι η βάρκα δεν υπήρχε πουθενά παραιτήθηκε από τούτη την ελπίδα κι άρχισε να ελπίζει ότι η στάθμη του νερού δεν θ' ανέβαινε άλλο. Μονάχα όταν το νερό έφτασε ίσαμε το σαγόνι του έπαψε να ελπίζει κι άρχισε να κολυμπάει. Είχε καταλάβει πως βάρκα ήταν ο ίδιος.
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ κ. ΚΟΫΝΕΡ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΘΕΜΕΛΙΟ
17.9.07
ΒΑΣΩ ...
ΔΥΟ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΛΑΒΑ ΣΤΑ ΔΥΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ POST
Παύλο,
δεν ξέρω τι να γράψω. 'Επεσα στο blog σου πριν μερικές ημέρες και διαβάζω χωρίς να πιστεύω στα μάτια μου.
Είμαι η ΒΑΣΩ. Η γνωστή ΒΑΣΩ. Αυτή που αναφέρεις στην ιστορία σου. Είχα αποφασίσει να μην σου γράψω, αλλά μετά και το σημερινό, τι να πω... Ξαφνικά, έτσι τυχαία, έπειτα από τόσα χρόνια, συμπληρώνονται κομμάτια του παζλ, που είχα πάρει απόφαση ότι δεν θα λύσω ποτέ.
Από τη μια θέλω να επικοινωνήσουμε για να τα πούμε (έχω κι εγώ πολλά να σου πω που δεν φαντάζεσαι σχετικά με το Σάκη) και από την άλλη δεν θέλω καθόλου. Είμαι στο εξωτερικό, και έψαχνα στο Ιντερνετ μήπως μάθω κάτι για τον Σάκη και τσουπ, μπροστά μου βρέθηκε το blog σου.
Τι να πω... Τα έχω χαμένα.
Μπορεί να τα ξαναπούμε...
September 9, 2007 8:06 PM
Και να φανταστείς ότι εγώ, εκείνες τις πρώτες ημέρες του 1997 ήμουν κλεισμένη σ' ένα δωμάτιο και έκλαιγα νυχθημερόν. Ο Σάκης μου είχε πει ότι βρισκόταν στη Νέα Υόρκη! Παύλο, φοβάμαι τι άλλο θα μάθω απο σένα. Μου έχεις ανατρέψει σχεδόν τα πάντα για όσα ΝΟΜΙΖΑ ότι συνέβαιναν τότε.
Τα 'χω χαμένα...
September 14, 2007 3:48 PM
ΑΝ ΕΙΣΑΙ Η ΒΑΣΩ Η ΓΝΩΣΤΗ ΒΑΣΩ, ΚΑΙ ΟΧΙ ΚΑΠΟΙΟΣ/Α ΠΟΥ ΚΑΝΕΙ ΠΛΑΚΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΜΑΣΚΑ ΤΟΥ ΑΝΩΝΥΜΟΥ, ΑΠΟΔΕΙΞΕ ΤΟ
ΑΝ ΕΙΣΑΙ Η ΒΑΣΩ ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ
ΑΝ ΟΧΙ ... ΑΣΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ
13.9.07
ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
- … (Δεν μπορεί, άρχισαν πάλι οι παρακρούσεις).
- Παύλο, είσαι εδώ?
- … (Ποιος πούστης παίζει με τα νεύρα μου).
- Μωράκι?
- Σάκη … εδώ στην βεράντα.
- Τρελάθηκα, νόμιζα πως έφυγες.
- Ετοιμαζόμουνα, νόμιζα ότι εσύ έφυγες.
- Τώρα που σε βρήκα? Δεν θα σε ξαναφήσω ποτέ. Στο είπα. Λοιπόν? Τι λες να κάνουμε σήμερα?
- Έχεις διαβατήριο? Πες μου ναι.
- Ναι, πως σου ήρθε αυτό.
- Πάμε ετοίμασε τα ρούχα σου και φύγαμε.
- Που? (Να πάρω και προφυλακτικά μαζί?)
- Όλο ερωτήσεις, δεν βαριέσαι ποτέ?
- Το σκυλί?
- Θα το κρατήσει η γιαγιά.
- Πάμε. (Εγώ την συμπάθησα από την πρώτη στιγμή. Τώρα που κάνει και dog sitting….)
- Ωραία, έτσι θέλω να μου μιλάς χαχαχα.
- Και για πού με το καλό?
- Επειδή θα μου σπάσεις τα νεύρα, γιαγιά Αντιόπη, πετάμε σε 5 ώρες.
- Για πού?
- Αυτό δεν πρόκειται να στο πω. Άσε με να σου κάνω μια έκπληξη και εγώ.
Στο τσακ προλαβαίνω να σου βγάλω βίζα.
- Βίζα για πού?
- Καλά πάμε σπίτι σου, κανόνισε εκκρεμότητες , δουλειά και όλα τα σχετικά, και δώσε μου το διαβατήριό σου.
- Πόση άδεια να πάρω?
- Τουλάχιστον μήνα.
- Τι λες βρε τρελοκομείο? Θα με διώξουν.
- Κανένας δεν θα σε διώξει.
- Θα με ταΐζεις εσύ μετά? (και τρώω και πολύ ανάθεμα με)
- Δεν θα προλάβουμε. Τρέχα
- Τουλάχιστον θα μου πεις που θα πάμε?
-Γιαγιά, πάψε επιτέλους
- … (ωραία κάναμε και εγγόνια, τι άλλο να ζητήσω απ’ την ζωή)
Φτάσαμε σπίτι του έδωσα το διαβατήριο, και έπεσα με τα μούτρα στο να φτιάχνω βαλίτσα. Αλήθεια τι να πάρω μαζί μου? Χειμωνιάτικα, καλοκαιρινά? Τι σκατά. Μην χέσω με τις εκπλήξεις. Θέλεις να κάνεις έκπληξη κύριε και να την ευχαριστηθώ? Γδύσου και ξάπλωσε. Αϊ σιχτήρ πια.
Σε δύο ώρες ήρθε και με πήρε.
- Όλα έτοιμα, πάμε να αφήσουμε την μικρή.
Η γιαγιά μες την καλή χαρά.
- Να προσέχετε παιδιά μου και να περάσετε καλά. Σάκη να προσέχεις, και παίρνετε και κανένα τηλέφωνο.
- Αντιόπη ξέρεις που θα με πάει ο εγγονός σου?
- ….Ξέρω, αλλά δεν θα σου πω
- Όλη η οικογένεια στην συνομωσία δηλαδή?
- Θα είναι όμορφα, αρκεί να γίνουν όλα όπως τα σχεδίασε ο Σάκης μου.
- Να μου φιλήσεις τον Θανάση, και να προσέχεις την μικρή.
- Στο καλό παιδιά μου, και κακό να μην σας εύρη.
Φτάσαμε αεροδρόμιο.
- ΕΕΕΕ Εδώ θα μου πεις, άλλωστε θα το μάθω σε λίγο.- Λοιπόν πετάμε για Κάιρο. Από εκεί ξεκινάμε.
- Πάλι? Το Πάσχα ήμουνα.
- Όχι με μένα. Αλλά ας το αφήσουμε αυτό.
- …
- Αλήθεια με τον Α, τι έκανες?
- Είπα ότι με στέλνει η δουλειά έκτακτα στο Λονδίνο. (τι να πω, ήξερα και που πήγαινα?) Λοιπόν ακούω.
- Δεν μου λες, πότε γεννήθηκες?
- Ορίστε?
- Πότε γεννήθηκες βρε παιδάκι μου?
- Γιατί έχει σχέση με το ταξίδι μας?
- Γάιδαρο σκας, εσύ.
- 16 Αυγούστου (ενώ εσύ σκας εμένα)
- Ποιος άλλος έχει γεννηθεί την ίδια μέρα?
- Η Μαντόνα. Μη μου πεις πάμε στην Μαντόνα?
- Χαχαχαχα, μικρό μου.
- Δεν απαντάς όμως.
- Λοιπόν την ίδια μέρα με σένα γεννήθηκε ο T.

- Ε και?
- Ε και, ε και. Μωρέ που σε βρήκα εσένα?
- … (αν σου πω τώρα τίποτα για το σόι σου)
- Λοιπόν πάμε να τριγυρίσουμε στα μέρη που τριγυρνούσε κι αυτός.
- Αίγυπτο, Συρία , Ιορδανία?
- Και Σαουδική Αραβία και Ιράκ. Ελπίζω να τα καταφέρουν από τα γραφεία μας με τις διαδικασίες.
- Μα πως.
-Τι πως αγόρι μου? Δεν θέλεις?
- Θέλω μα … (σιγά μην δεν θέλω)
- Ε άσε τα μα μου σου ξου του και απόλαυσε το
- Βρε μπας και θέλεις να με απαγάγεις και να χαρείς το θεϊκό κορμί μου? (είμαι και ψώνιο, γιατί να το κρύψουμε άλλωστε)
- Και αυτό παίζει, μην μου βάζεις ιδέες
- … (και που στις βάζω ιδέες μένουν, πράξεις μηδέν)
Τελευταία ανακοίνωση…οι επιβάτες για την πτήση με την Egypt Air να προσέλθουν στον έλεγχο εισιτηρίων.
- Τρέχα!!!!
-Τρέχωωωωωωωωω!!!!!!
|
11.9.07
ΜΑΥΡΟΣ ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ
Το 1943 στην Κρήτη στην Ιεράπετρα
Το 1955 στην Πόλη
Το 1972 στο Μόναχο
Το 2001 στις ΗΠΑ και ο κατάλογος συνεχίζεται
Εγώ δεν θα μιλήσω για αυτά.
Θα μιλήσω για τους δικούς μου τους Σεπτέμβρηδες.
Που μέσα σε μία ακριβώς χρονιά, έχασα δύο φίλους, δύο αδέρφια, δύο Γιώργηδες.
04/09/2003 ο πρώτος και 34 χρονών
27/09/2004 ο δεύτερος και 38 χρονών
Και κανένας από τροχαίο.
Δεν μου βγαίνουν τα λόγια, δεν μου βγαίνουν οι λέξεις.
Δεν μου βγαίνει ούτε το γιατί.
Προσπάθησα πολύ με το γιατί.
Δεν υπήρχε.
Ο ένας άφησε πίσω μια κόρη 2 χρονών και έναν γιο στην κοιλιά της μάνας του.
Ο άλλος μία κόρη 5 χρονών.
Ασυνάρτητες οι λέξεις
Μόνο ο πόνος εκεί, εδώ, μέσα μου.
Δεν λέει να βγει, δεν λέει να φύγει.
Δεν μιλάω πια γι αυτούς
Και τι να πω
Περπατάω στον δρόμο και τους βλέπω σε πρόσωπα αγνώστων. Ακούω την φωνή τους.
Τους βλέπω στα μάτια των παιδιών τους.
Κλείνω τα μάτια και ακούω την καρδιά τους να χτυπά παρέα με την δική μου, σαν να θέλουν να πουν είμαστε εδώ, τι λες να κάνουμε το βράδυ? Πάμε για κανένα ποτό?
Δεν θα γράψω ιστορίες ζωής που πέρασα μαζί τους. Δεν νομίζει ότι αξίζει.
Θα τις πω κάποτε στα παιδιά τους, για το πόσο σπουδαίοι πατεράδες τα έφτιαξαν.
Αν και νομίζω ότι το ξέρουν καλύτερα από μένα.
|
Αυτό το ποστ δεν θα το ξαναδιαβάσω...
10.9.07
ΑΥΤΗ ΑΥΤΗ Η ΜΙΚΡΗ
Είχα να την δω από το Πάσχα.Ήρθε χθες για κάποιες ώρες περαστική για την Μυτιλήνη.
Η αδερφή μου.
Η μικρή.
Δεν υπάρχει κι άλλο παιδί. Οι δυό μας είμαστε.
Η μικρή που σκέφτεται να παντρευτεί.
Αυτή που γεννήθηκε στην Αθήνα και ζεί εκεί που γεννήθηκα εγώ.
Εγώ που ζω εκεί που γεννήθηκε η μικρή.
Περίεργα σενάρια αν σκεφτείς ότι στην Μυτιλήνη πήγε για μία ανασκαφή και ερωτεύτηκε.
Ξαναπιάσαμε την κουβέντα από εκεί που την είχαμε αφήσει το Πάσχα. Λες και δεν είχε περάσει ούτε μία μέρα.
Να σκεφτείς ότι δεν πολυμιλάμε και στο τηλέφωνο. Σπάνια. Κι όμως ο χρόνος είχε σταματήσει, τότε που με τα κοτσιδάκια έτρεχε μέσα στην αυλή. Τότε που έβαλε το κεφαλάκι της στα κάγκελα της παραλίας και ήρθε το λιμενικό να την βγάλει. Τότε που την έβγαζα βόλτα και όλοι λέγανε ότι μικροπαντρεύτηκα.
Η μικρή που όταν την πήγαινα στο λιμάνι χθες το βράδυ είπε πάνω στην κουβέντα ότι είναι 30 χρονών.
ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Επειδή έχω αρχίσει και δέχομαι κάποια μηνυματάκια από ανώνυμους, που πιο πολύ απευθύνονται σε site για ανεύρεση συντρόφου (έχω σουξέ τι να κάνω), αποφάσισα να ενεργοποιήσω τον μετριασμό σχολίων. Όλα τα σχόλια θα αναρτώνται εκτός από αυτά.
Ευχαριστώ για την κατανόηση και ίσως ταλαιπωρία.
9.9.07
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΟ ΞΥΠΝΗΜΑ
Φταίει που χθες το βράδυ με μπιρίμπα και πολύ γέλιο κύλησε η νύχτα.
Φταίει που θα δω και την μικρή, μετά από κάμποσους μήνες.
Φταίει και η βόλτα που έκανα σε αγαπημένα blogs, πίνοντας το καφεδάκι μου.
Φταίει και ο h0m0 με την λίστα που έβαλε.
Αυτό το βιντεάκι για τον homo.
ΓΙΟΡΤΑΖΟΥΜΕ ...
- Να αλλάξω και να πάω και λίγο από το σπίτι. Να βγάλω βόλτα και την μικρή.
- Τι δεν θα μείνεις εδώ? Πάμε παρέα να την βγάλουμε βόλτα και να γυρίσουμε μετά. Να την φέρουμε εδώ. Να μην έχεις και άγχος.
- Τι λες βρε Σάκη?
- Αυτό που θέλω. Να μείνεις μαζί μου, έστω για απόψε.
- Καλά, πάμε για την μικρή. (Τρέχουμε ...)
Σ’ όλο τον δρόμο δεν μίλαγε κανείς μας. Ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του. Εγώ αξιολογούσα την κατάσταση και όλα όσα γίνανε στο σπίτι του. Τι στάση και πως έπρεπε να το χειριστώ μετά. Αλήθεια τι τους είχε πει? Και τι ήθελε να μου πει η γιαγιά. Και ο παππούς γιατί έβγαλε και μου έδωσε το κομπολόι του? Τέλος πάντων. Είχα καιρό να τα αναλύσω και να τα ανακαλύψω όλα. Τώρα ήμουν μαζί με τον Σάκη. Τέλος. Δεν θα άφηνα τίποτα να μου το χαλάσει.
- Λοιπόν, πια τα σχέδια για το βράδυ αγόρι μου?
- Βιάζεσαι …
- … (εδώ και μήνες, αλλά για άλλα…)
Πήραμε την μικρή μαζί, στο πίσω κάθισμα. Σαν το γύφτικο σκεπάρνι. Με την μουσούδα της ακουμπισμένη στον ώμο του. Εμένα ούτε που να με χέσει. Κάνε σκυλί να δεις καλό. Φτάσαμε και την παρκάραμε στην βεράντα του. Η καλύτερή της. 150 τετραγωνικά δικά της. Μπήκαμε μέσα. Πήγα στο δωμάτιο, φόρεσα μια φόρμα του Σάκη, πέρασα το κομπολόι στο χέρι, και πήγα μέσα. Ο Σάκης είχε αλλάξει κι αυτός. Με μία φόρμα. Λες και ετοιμαζόμασταν για αγώνα.
Βάλαμε από ένα ποτό, ανάψαμε και το τζάκι και μέσα στην θαλπωρή του σπιτιού του απολαμβάναμε την φωταγωγημένη πόλη.
Η σιωπή ανυπόφορη, κανένας δεν έκανε την πρώτη κίνηση. Άκουγα να λένε την κόβεις με το μαχαίρι και γέλαγα. Και όμως. Την έκοβες με το μαχαίρι. Τα κορμιά κι οι κινήσεις αμήχανες. Τα βλέμματα χειρότερα. Δειλά, φοβισμένα.
Σηκώθηκα, πλησίασα το παράθυρο και χάζευα την Αθήνα. Ήρθε πλάι μου, έσκυψε και με φίλησε δειλά στον λαιμό. (λιποθύμησα, ή θα το ήθελα) .
Γύρισα, περίμενα άλλα. Μάταια. Παρέα γυρίσαμε στον καναπέ.
- Συγγνώμη.
- Για πιο απ’ όλα? (Άντε πάλι, μα είμαι εδώ, δεν αφήνει τα λογάκια να πάμε στο ψητό?)
- Για όλα, για ότι χάθηκα, για ότι κρύφτηκα, για ότι σου έχω αναστατώσει την ζωή. Δεν είμαι ομοφυλόφιλος. Με σένα δεν ξέρω τι με πιάνει.
- Εγώ είμαι. (και ξέρω τι με πιάνει μαζί σου)
- Το ξέρω.
- Πως?
- Από τον τρόπο που με κοιτάς, από το δώρο που σου έκανε ο παππούς μου, από αυτά που σου είπε η γιαγιά μου. Ο νονός μου ξέρεις … Ξέρεις έ?
- Ναι ξέρω.
- Και η γιαγιά μου ξέρει.
- Ναι και η γιαγιά σου ξέρει. (Ο κόσμος το 'χει τούμπανο κι αυτός κρυφός καμάρι)
- Γι αυτό έφυγα. Έμαθα και εγώ.
- Για τον παππού σου?
- Για μένα. Τους μίλησα για σένα, ένα βραδάκι που είχα πάει να τους δω. Μου μίλησαν για τον νονό. Όχι για το ότι μπορεί να είχε σχέση με τον παππού, αλλά για την φιλία τους. Την μεγάλη τους αγάπη. Και εκεί κατάλαβα πολλά. Μετά έφυγα, κρύφτηκα. Αλλά δεν μπόρεσα μακριά σου, όσο κι αν το πάλεψα. Δεν ξέρω ίσως σ’ αγαπάω σαν φίλο. Φοβάμαι να πιστέψω οτιδήποτε άλλο. Τι μου συμβαίνει? Θα μου πεις?- Ξέρω τι συμβαίνει σε μένα, εσύ θα το ανακαλύψεις μόνος σου. Ξέρω ότι είμαι με έναν υπέροχο άνθρωπο μαζί εδώ και 3 χρόνια, αλλά τα ξεχνάω όλα όταν μου στέλνεις ένα μήνυμα. Ξέρω ότι τρελαίνομαι όταν λείπεις και δεν με παίρνεις ούτε ένα τηλέφωνο.
(Ξέρω ότι θέλω να σε γεμίσω στα φιλιά, να σε πάρω αγκαλιά και να μην μας χωρίσει ποτέ και κανένας).
Ξέρω ότι θέλω να είμαι μαζί σου. Αυτά ξέρω.
(Πόσο χαμηλά πια θα πέσω…)
- Φοβάμαι.
- Και εγώ. (Το κέρατό μου)
- Τι φοβάσαι?
- Μην σε χάσω.
- Δεν πρόκειται να συμβεί ποτέ αυτό.
- Έγινε μια φορά, θα γίνει κι άλλες.
- Ποτέ πια.
- Ποτέ πια. (Καλάαααα)
- Πάμε να ξαπλώσουμε?
- Πάμε.
- Να ξαπλώσω δίπλα σου?
- Ναι (ΑΝΤΕ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΤΙ ΘΑ ΔΟΥΜΕ...YES!!!)
Ξαπλώσαμε κι αγκαλιασμένους σαν παιδιά που μείναν μόνα τους στον κόσμο και θρηνούσε ο καθένας για τον δικό του προσωπικό λόγο, μας βρήκε το πρωινό και επιτέλους κι ο ύπνος, ένας ύπνος βασανιστικός.
Μόλις χάραξε, ο Σάκης έφυγε από δίπλα μου.Έκανα τον κοιμισμένο.
Ήξερα ότι τον έχανα. Τα πρέπει και οι φόβοι μεγαλύτεροι.
Τον έχανα για πάντα.
Να σηκωθώ να τον προλάβω, ή να κάνω τον κοιμισμένο? Να του πω ότι του είπα ψέματα? Να πω ότι όλα ήταν ένα κακόγουστο αστείο? Τι να κάνω?
Τον ήθελα έστω κι έτσι. Ήθελα να είμαι απλά μαζί του, κοντά του. Τελεία.
Οι ώρες κυλούσαν βασανιστικά, χωρίς την αγκαλιά του. Έπρεπε όμως να τον αφήσω να αποφασίσει.
Δική του η ζωή, δική του κι η καρδιά μου.
Δική του η απόφαση.
Σηκώθηκα κατά τις 10. Αργά. Φόρεσα τις φόρμες και βγήκα.
- Σάκη, Σάκη
Το ήξερα, είχε φύγει.
Βγήκα στο μπαλκόνι, πήρα το σκυλί μου αγκαλιά. Πόνεσα.
Πλέον ήξερα, και θα τον νικούσα τον πόνο. Το είχα ξαναζήσει άλλωστε. Δεν ήταν η πρώτη φορά. Και τον είχα νικήσει ξανά. Θα μου έπαιρνε χρόνο, αλλά θα τα κατάφερνα. Άλλωστε καινούρια χρονιά.
Γιορτάζουμε....
6.9.07
ΣΟΥΤΖΟΥΚΑΚΙΑ ΣΜΥΡΝΕΪΚΑ
ΥΛΙΚΑ
1 κιλό κιμά κατά προτίμηση ανάμικτο μοσχάρι και αρνί
4 σκελίδες σκόρδο
2 κουταλάκια κύμινο (αν έχετε άκοπο ακόμα καλύτερα, το χτυπάτε στο γουδί και το άρωμα θα σας ταξιδέψει)
1/4 κούπας κρασί κόκκινο
1 κούπα μουσκεμένα κριθαρένια παξιμάδια
1 αυγό
250γρ φρέσκο βούτυρο
αλάτι, πιπέρι
Για την σάλτσα
1 1/2 κούπα τομάτες λιωμένες
2 1/2 κούπες νερό
1/2 κούπα κόκκινο κρασί
αλάτι, πιπέρι και μια ιδέα κανέλα
Σε μια λεκάνη βάζουμε όλα τα υλικά, τα ζυμώνουμε καλά και τα αφήνουμε για κανένα μισάωρο στο ψυγείο. Να ξεκουραστεί ο κιμάς και να πάρει όλες τις μυρουδιές.Τον πλάθουμε σε σουτζουκάκια, με μακρόστενο σχήμα (κατάλαβες φίλη μου Ν.?) και τα αλευρώνουμε. Βάζουμε σε ένα τηγάνι φρέσκο ελαιόλαδο και τα τηγανίζουμε.
Σε μια κατσαρόλα σιγοβράζουμε την σάλτσα και προσθέτουμε και 2-3 κουταλιές της σούπας από το λάδι που τηγανίσαμε τα σουτζουκάκια. Πριν πήξει η σάλτσα, ρίχνουμε και τα σουτζουκάκια και τα σιγοβράζουμε για 15 περίπου λεπτά.
Φτιάξτε τα και θα με θυμηθείτε.ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΟΡΕΞΗ ......
5.9.07
4.9.07
Η ΚΥΡΙΑ ΑΝΤΙΟΠΗ
Η γιαγιά όπως την είχε πει ο Σάκης. Πολίτισα με τα όλα της. Τα νάζια της, τα σκέρτσα της, υπόδειγμα οικοδέσποινας.
- Λοιπόν παιδιά πως τα περάσατε χθες? Θέλω να πιστεύω όμορφα. Όπως μπαίνει ο χρόνος, έτσι πάει και η χρονιά.
- Αν είναι αλήθεια αυτό κυρία Αντιόπη, τότε θα έχουμε έναν πολύ όμορφο χρόνο.
- Αχ, τζιέρι μ’ , θα σε μαλώσω. Δεν μας πήραν και τα χρόνια. Διαλέγεις. Ή θα μας φωνάζεις κύριε και κυρία Χατζη… ή Θανάση και Αντιόπη. Έτσι θέλω να μας φωνάζουν οι φίλοι. Έτσι θέλω να μας λες και συ. Άλλωστε ο σεβασμός δεν είναι στα λόγια. Στις πράξεις είναι αγόρι μου.
- Ξέρετε στην Μυτιλήνη είχα μια φίλη με ίδιο όνομα με το δικό σας.
- Από τις πατρίδες κι αυτή? Αλλά τι ρωτάω. Από τις πατρίδες….
- Ναι από τις πατρίδες.
- Έχεις πάει? Αν όχι να πας.
- Δεν ξέρω αν θέλω να πάω. Δεν ξέρω αν θέλω να δω την τουρκική σημαία στην Αγιά Σοφιά. Δεν ξέρω …
- Να πας, να κλάψεις και να προσκυνήσεις. Να κάμεις τον Σταυρό σου κρυφά, μην σε πάρουν χαμπάρι. Όταν χάνουμε κάτι το εκτιμάμε. Και εκεί θα εκτιμήσεις πολλά αγόρι μου. Δεν σε πειράζει που σε λέω αγόρι μου? Είσαι ο φίλος του πασά μου. Του αγοριού μου.- … (μήπως ξέρουν κάτι που εγώ δεν το ξέρω?)
- Πεινάσατε? Έχω σταματήσει εδώ και χρόνια να μαγειρεύω. Άλλωστε και για ποιόν να μαγειρέψω πια. Αλλά σήμερα που θα ερχόντουσαν τα αγόρια μου, μαγείρεψα. Εδώ και τρεις μέρες μαγειρεύω, να φας και λίγο αυθεντικά.
- κυρία Αντιόπη, δεν έπρεπε να μπείτε σε τέτοια κόπο.
- Αν με ξαναπείς έτσι θα σου παραγγείλω πίτσα χαχαχα
- Εντάξει, Αντιόπη δεν έπρεπε να μπείτε σε τέτοιο κόπο.
- Κόπο? Μα αυτό είναι χαρά. Αυτή είναι η χαρά μου. Να μαγειρεύω για όσους αγαπάω. Και σήμερα σας αγαπάω όλους πολύ. Ακόμα και τον μαγκούφη μου, τον Θανασάκη.
- Γυναίκα … π …
- Καλά ντε, α πα πα, όταν γερνάει ο άνθρωπος.
- Γυναίκα, άσε με να τελειώνω μια φράση. Πείνασα, και τα παιδιά δεν θα κάτσουν εδώ μέσα με τα μουσεία όλη μέρα.
- Άκου τι τραβάω Παύλο μου. Αχ θα με πεθάνει και μετά θα ησυχάσει. Άξεστος παιδί μου, αιγυπτιώτης. Που να ξέρει από τρόπους. Μόνο μαύρους να διατάζει. Αλλά εδώ που τα λέμε και εγώ πείνασα. Τι λέτε περνάμε μέσα?
- Και εγώ έχω μια πείνα… (κόμπος το στομάχι αλλά…)
Το τραπέζι ήταν στρωμένο με ότι καλούδια μπορείτε να φανταστείτε. Να χέσω τα πολίτικα εστιατόρια που έχουν ανοίξει. Αν δοκίμαζαν τα φαγητά της κ. Αντιόπης θα τα κλείνανε τα μαγαζάκια τους.
- Μα τι έχετε φτιάξει Αντιόπη?
- Α, τίποτα, αυτά είναι τα πρώτα.
- Τα πρώτα? (Φαγητό για δέκα νοματαίους και να περισσέψουν κιόλας)
- Ε, πρώτη φορά σπίτι μας, και τέτοια μέρα. Φάε ότι θέλεις. Τα υπόλοιπα θα σας τα βάλω σε τάπερ να τα πάρετε σπίτι. Να φάτε και αύριο.
- … (παντρεύτηκα και δεν το ξέρω? Έχω χάσει κάτι?)
- Έφτιαξα τα αγαπημένα του Σάκη μου. Ελπίζω να σ’ αρέσουν και σένα.
- Μα τι λέτε τώρα! Στην Μυτιλήνη γεννήθηκα, τέτοια έτρωγα. Από τότε που φύγαμε από το νησί έχω να φάω έτσι καλά!
- Αχ πόσο χαίρομαι, βλέπεις ο Σάκης δεν μου είπε το αγαπημένο σου φαγητό.
- Χαχαχα σουτζουκάκια, αλλά με φρέσκο κύμινο.
- Ε, έχει κι από αυτό μετά, τζιέρι μ’. Και κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες, και χουνγκιάρ. Ότι θέλεις θα φας.
- Όλα θα τα φάω, κι ας χρειαστεί να βγάλω και το παντελόνι μετά, με το συμπάθιο, Αντιόπη.
- Μωρέ και να κοιμηθείτε αν θέλετε. Θα σας στρώσω στο δωμάτιο του Σάκη. Βλέπει Ακρόπολη. Αχ ευτυχώς που βλέπω Ακρόπολη. Αφού δεν βλέπω τον Βόσπορο.
- Αλήθεια, πως γνωριστήκατε, κάνετε καιρό παρέα μαζί, δοκίμασε και τα κεφτεδάκια, τους βάζω και λίγη κανελίτσα μέσα να δέσουν με την σάλτσα.- Τις συνταγές να μου δώσετε μετά.
- Ναι μου είπε ο Σάκης ότι μαγειρεύεις. Στις έχω γράψει όλες για αυτά τα φαγητά. Να της δώσεις στην γυναίκα σου όταν παντρευτείς. Δώρο από μένα πες της. Από μια πολίτισα, την Αντιόπη.
- Ευχαριστώ, δεν έχω λόγια.
- Τρώγε κι ας τα λόγια.
- Όχι για να δεις Παύλο τι τραβάω. 55 χρόνια με ψήνει. Πολυβόλο. Και το ‘λεγε η μάνα μου. Καλή, νοικοκυρά, με προίκα αλλά και γλώσσα μεγάλη γιέ μου.
- Ναι άσχημα πέρασες και συ και αυτή. Άστα τώρα χρονιάρες μέρες. Αλήθεια όμορφη δεν έλεγε?
- Λοιπόν παιδιά μου, τι σχέδια έχετε για τις γιορτές? Θα πάτε πουθενά?
- Όλο και κάπου θα πάμε βρε παππού. Εδώ θα μείνουμε? Στην Αθήνα?
- … (πόσες φορές μαλάκας σε μια μέρα? Δηλαδή τον υπόλοιπο χρόνο τι?)
Βγήκαν τα κυρίως, βγήκαν και τα γλυκά, κόντεψα να βγάλω και το παντελόνι, διακριτικά το ξεκούμπωσα. Δεν το έπαιρνε ένα νούμερο μεγαλύτερο? Να έχω και τράτο.- Τι λέτε πάμε για ένα καφεδάκι? Οι άντρες θέλουν να καπνίσουν μετά. Άντε βρε μαζί με τα παιδιά κάνε και συ ένα τσιγαράκι. Θες να σου στρίψω?
- Στρίψε ένα βρε γυναίκα, για το καλό, να το πιω με τα παιδιά.
Περάσαμε σε τρίτο σαλόνι. Πόσα είχε πια αυτό το σπίτι? Αχνιστός καφές με κάρδαμο και τσάι τριαντάφυλλο. Και γλυκά για να μην ξεχνιόμαστε.
- Να σας αφήσω τώρα εσάς τους άντρες να πείτε τα δικά σας.
- Μα Αντιόπη, καθίστε παρέα μας.
- Όχι, έτσι πρέπει. Να πείτε τα δικά σας, τα αντρικά.
- Θα στεναχωρηθώ.
- Καλά, αν είναι να μου στεναχωρηθείς. Τα βλέπεις βρε, έτσι είναι οι άντρες οι σωστοί.
- … (ήρθε κανείς?)
- Κι αν σταυρώσουμε λέξη, να με θάψετε μ’ άλλο όνομα χαχαχα
- Α να χαθείς τι λες χρονιάρες μέρες, που κακό να μην σ’ εύρει.
- Που λες Παύλο μου, αυτόν τον άντρα παντρεύτηκα. Είχε έρθει για δουλειές στην Πόλη. Τον αγάπησα, τον παντρεύτηκα. Αλλά μονόχνοτος. Χωρίς παρέες, χωρίς φίλους. Σαν τον Σάκη. Βρήκε κι έμοιασε ο πασάς μου. Έναν φίλο έχει μόνο. Τον κουμπάρο μας. Αυτός μας πάντρεψε, βάφτισε τον γιό μου, τον πάντρεψε, βάφτισε και τον Σάκη μας. Του είπα να έρθει σήμερα. Να σε γνωρίσει. Δεν ήθελε. Καλός, αλλά μοναχικός. Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Όλη του η ζωή ο Θανάσης μου και εγώ. Φίλοι από μικροί, από την Αλεξάνδρεια. Σ’ αυτόν ανοίγει την καρδιά του ο γκρινιάρης μου.
Προσπάθησα να καταλάβω κάτι στον τόνο της φωνής της, μια μομφή για αυτή την φιλία, μια ζήλεια, κάτι. Τίποτα.
- Έτσι είναι αγόρια μου οι αντρικές φιλίες, οι αντρικές αγάπες. Κρατάνε μια ζωή.
- Γυναίκα μην τα πρήζεις τα παιδιά. Άσε μας να πούμε και τα δικά μας. Τα ‘λεγα εγώ, αλλά εσείς την θέλατε χαχαχα.
Η κουβέντα στράφηκε μετά για τις δουλειές μας και με συμβουλές του παππού. Έξω είχε πια νυχτώσει. Πόσο γρήγορα περνά η ώρα άμα περνάει ευχάριστα.
- Τι λες Παύλο, φεύγουμε και εμείς, να δούμε τι θα κάνουμε το βράδυ?
- Ναι, να αφήσουμε και τον Θανάση με την Αντιόπη να ξεκουραστούν.
- Να πάτε στο καλό παιδιά μου, και Παύλο πάρε αυτό για να θυμάσαι ότι κάποτε με γνώρισες. Είναι καλή συντροφιά όταν θα μένεις μόνος. Μου το χε δώσει κάποτε ο κουμπάρος μου. Και βγάζει και μου δίνει το κομπολόι του.
- …
- Πάρτο και μην ακούσω τίποτα.
- Και εγώ αγόρι μου σας έβαλα τα φαγητά να έχετε να τρώτε. Σου έχω και τις συνταγές μέσα. Να πάτε στην ευχή του Θεού, και Παύλο …
- Τι Αντιόπη?
- Να μου τον προσέχεις, τον πασά μου.
- Αν με αφήσει.
- Του παίρνει χρόνο, αλλά θα σ’ αφήσει.
- Καλές Χρονιές να έχουμε παιδιά μου.
Από τότε μαζεύω κομπολόγια. Είχε δίκιο ο παππούς Θανάσης. Κρατάνε καλή συντροφιά τα άτιμα!!!
3.9.07
ΚΑΛΟ ΜΑΣ ΜΗΝΑ
Μαζί με τα πρωτοβρόχια. Με αυτή την μυρουδιά που βγάζει η γη. Αγαπημένη μυρουδιά από παλιά. Από την Μυτιλήνη, στα τσαμάκια.
Τσαμάκ στα τούρκικα είναι το πεύκο.
Πήγα παρέα με φίλους, γελάσαμε, ήπιαμε, διασκεδάσαμε, κολυμπήσαμε.
Θυμηθήκαμε παλιότερες εποχές. Εποχές που γελάγαμε αβίαστα. Θυμήθηκα κι αυτό το σκετσάκι με τον Γιώργο τον Μαρίνο. Λατρεμένος μου. Ελπίζω να γελάσετε κι εσείς. Το έχουμε τόσο ανάγκη.
|
Παίζει και νέος διπλός ΣΑΚΗΣ.
ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ

Δεν ήμουν στον καναπέ, αλλά σε κρεβάτι. Πως πήγα εκεί? Δεν θυμάμαι. Μόνος ή με έφερε? Το μαξιλάρι δίπλα μου βουλιαγμένο. Δεν κοιμήθηκα μόνος δηλαδή. Γιατί δεν θυμάμαι τίποτα? Αλλά και τι σημασία έχει πια? Είναι εδώ. Είναι η πρώτη μέρα του χρόνου και είμαστε μαζί. Είναι η πρώτη φορά που κοιμηθήκαμε παρέα, κι ας μην το θυμόμουν.
Είναι φορές που από την πολύ ευτυχία νομίζεις ότι θα σκιστεί η καρδιά σου στα δυό. Τι συναίσθημα κι αυτό. Ίδια αίσθηση με τον πόνο. Και εκεί η καρδιά σου σκίζεται στα δυό. Μόνο που στο πρώτο γεμίζει από αισιοδοξία και στο δεύτερο σ’ αφήνει να βουλιάζεις βαθιά, σε άγνωστα νερά και χωρίς οξυγόνο.
Τίποτα δεν νοιάζει πια. Είμαι εκεί και είναι μαζί μου.
Ο Σάκης μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας έναν δίσκο με καφέ και ένα πιάτο με κουλουράκια με άρωμα κανέλας.
- Ξύπνησε το μωράκι? Χρόνια μας Πολλά.
- Χρόνια μας Καλά.
- Έλα πιες τον καφέ, κάνε ένα μπανάκι και πάμε.
- Που πάμε? Να πάω από το σπίτι να αλλάξω τουλάχιστον.
- Κι εδώ σπίτι σου είναι, έχεις και εδώ ρούχα ... σου έχω φέρει από την Νέα Υόρκη. Πιστεύω να μην πάχυνες από τότε.
- … (από πότε? Ποιος γράφει το σενάριο της ζωής μου?)
- Έλα ξεκουβάλα, μας περιμένουν.
- Ποιοί?
- Έλα που θέλεις όλα πια να τα ξέρεις. Θα δεις. Πιες τον καφέ και ντύσου. Μέρα που είναι να μην μας περιμένουν.
- … (μα που είμαι σε παράλληλο σύμπαν?)
- Σε μισή ώρα φεύγουμε, να είσαι έτοιμος και να φορέσεις αυτά που σου έφερα. Τα ρούχα σου είναι στην μεσαία ντουλάπα.
Κι έφυγε από το δωμάτιο.
Σηκώθηκα, έκανα ένα ντους και άνοιξα την ντουλάπα. Είχε μέσα τρία κουστούμια, με ασορτί πουκάμισα/γραβάτες/παπούτσια, τρία πρόχειρα παντελόνια, δύο πουλόβερ, 5-6 πουκάμισα και αρκετά εσώρουχα. Λες και είχα μετακομίσει. Ακριβώς ότι θα αγόραζα και εγώ. Και στο σωστό μέγεθος. Όλα.
Φόρεσα λοιπόν τα βραδινά μου, τα δικά μου και πήγα να τον βρω.
-Έτοιμος
- Γιατί δεν άλλαξες? Δεν σου έκαναν?
- Μου έκαναν, αλλά ποιος σου είπε να τα πάρεις? (κάποιου του έταζαν γάιδαρο και αυτός τον κοίταζε στα δόντια, μην μας περάσει και για εύκολους)
- Έτσι το ήθελα, τα πήρα
- Έτσι και εγώ, φοράω τα δικά μου. Πάμε?
- Αχ, τι θα κάνω με σένα μωράκι. Άλλοι θα σκοτώνανε έστω και για ένα τέτοιο κουστούμι.
- … (Κι εγώ) Όχι εγώ. Εγώ δεν είμαι οι άλλοι.
- Τέλος πάντων, θα τα φορέσεις κάποια στιγμή? Θα τα δεχθείς?
- Δεν ξέρω. Πάμε να μην μας περιμένουν. Αλήθεια που πάμε?
- Μα να φάμε. Είναι ιερό το τραπέζι της Πρωτοχρονιάς. Πρέπει να είσαι με αυτούς που αγαπάς. Δεν νομίζεις?
- Τους αγαπάω κι εγώ? ΛΟΛ
- Δεν μ’ αγαπάς μωράκι? Έστω λίγο?
- … (Πολύ, πάρα πολύ, τόσο που δεν θα ξαναπώ τίποτα)
- Τι σκέφτεσαι?
- Δώσε μου 5 λεπτά, επιστρέφω.
Πήγα και άλλαξα. Φόρεσα ένα από τα κουστούμια που μου έφερε. Ακόμα και το εσώρουχο άλλαξα με ένα από τα καινούρια. Δεν γαμιέται αφού τα αγόρασε. Και τα αγόρασε για μένα. ΓΙΑ ΜΕΝΑ!!!!!!!!
- Έτοιμος
- Είναι το πιο όμορφο δώρο που έχουν κάνει. Μωράκι σ’ ευχαριστώ.
Φύγαμε, με τα πόδια, κατηφορίσαμε δυό τετράγωνα. Σταματήσαμε μπροστά σε μία από τις λίγες μονοκατοικίες της περιοχής.
- Φτάσαμε.
- Τι είναι εδώ?
- Θα δεις.
Χτυπήσαμε το κουδούνι. Μας άνοιξε μια υπηρέτρια και μας οδήγησε σε ένα σαλόνι. Δεν θα περιγράψω ούτε το σπίτι, ούτε τα αντικείμενα και τα έπιπλα. Θα χρειαστώ ώρες.Στο σαλόνι δύο ηλικιωμένοι, ένας άντρας και μία γυναίκα. Πρέπει να ήταν εξαιρετικής ομορφιάς στα νιάτα τους. Αρχοντάνθρωποι.
- Καλημέρα και Χρόνια Πολλά. Να σας γνωρίσω τον φίλο μου τον Παύλο, που σας έλεγα. Παύλο ο παππούς μου ο Αθανάσιος και η γιαγιά μου η Αντιόπη. Σου έχω μιλήσει για αυτούς.
- Καλώς όρισες αγόρι μας και Χρόνια σου Πολλά. Μας έχει μιλήσει ο Σάκης για σένα. Είσαι ο πρώτος φίλος του, που φέρνει τέτοια μέρα εδώ, αν και μας είπε ότι μέχρι τελευταία στιγμή δεν ήξερε αν θα έρθεις. Χαίρομαι που σε έπεισε.
- Χρόνια σας Πολλά κι ευτυχισμένα. Και εγώ χαίρομαι που ήρθα … αν και ο Σάκης δεν μου έλεγε που θα πάμε.



















Παύλο, σόρυ για την καθυστέρηση, ήμουν εκτός πόλης. Βλέπω ότι υπάρχουν πολλοί που με αμφισβητούν ή που με χαρακτηρίζουν ηλίθια που δεν ειχα καταλάβει τίποτα. Όμως θέλω να ρωτήσω: εσείς παιδιά δεν έχετε ερωτευθεί ποτέ τόσο ώστε να μην βλέπετε τι γίνεται κάτω από τη μύτη σας;
Αnyway, Παύλο, θυμάμαι πολύ καλά τι μου ειχες δώσει - μια κασέτα με ξένα τραγούδια. 'Ενα από αυτά ήταν μοναδικό. Δεν ξέρω ποιά το έλεγε αλλά ο τίτλος ήταν Ρίκι και έλεγε το ρεφρέν: «Ricky, I love you, there is nothing in the world, I wouldn't do». Μόνο που στην περίπτωσή μας θα έπρεπε μου φαίνεται να βάλουμε στη θέση του ονόματος το Σάκη.
Ελπίζω τώρα να πείστηκες. Και εσύ και οι υπόλοιποι. Μόνο, επειδή πραγματικά δεν μου αρέσει καθόλου να με σχολιάζουν άγνωστοι, θα ήθελα να μιλήσουμε πιο ιδιωτικά. Μερικά πράγματα ακόμα πονάνε, γαμώτο...
September 21, 2007 9:15 PM