22.2.07

ΑΥΤΗ, ΑΥΤΗ Η ΝΑΤΑΣΑ

1983, κάπου στην Εύβοια.

Καλοκαίρι, εγώ στα 21 και αυτή πιο μικρή.

Γνωριστήκαμε στην παραλία.

Σοβαρή από τότε. Αλλά με ένα χιούμορ που τσάκιζε κοκάλα.

Είχε ήδη πάει το πρώτο ταξίδι στην Αμερική για να σπουδάσει.

2007, κάπου στην Αθήνα

Πέρασαν κιόλας 24 χρόνια.

Μαζί κλάψαμε, γελάσαμε, αγαπήσαμε, πιστεύω πως αγαπηθήκαμε κιόλας.

Πάντα δίπλα μου, πάντα να με συγχωρεί και να με φροντίζει.

Πάντα να μου τα χώνει και να με συμβουλεύει.

Τι να πρωτοπώ και τι να πρωτοθυμηθώ.

Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι πάντα ξεχνάω να της πω ότι την αγαπώ.

Ότι πάντα ξεχνάω να της πω ευχαριστώ.

Ότι πάντα θα ευλογώ εκείνο το καλοκαίρι που μπήκε στην ζωή μου αυτή, αυτή η ΝΑΤΑΣΑ .


ΜΕΡΟΣ 1ον

20.2.07

Αυτός, αυτός ο Σάκης


Μετά από πολύ καιρό. Βλέπετε άλλες οι βουλές οι δικές μου κι άλλες των αφεντικών (κι ο νοών νοείτω...)

Είμαι στου Ψυρρή. Η ώρα 3 το μεσημέρι. Χαζεύω μέχρι να περάσει η ώρα και να έλθει το R/V μου (ελληνιστί ραντεβού μου). Βλέπεις μεσίτης το επάγγελμα ή κατά το Ευρωπαϊκότερον: εκτιμητής / επενδυτικός σύμβουλος ακίνητης περιουσίας. Πίνω μια παγωμένη σοκολάτα και περιμένω.

Σάκηηηη
Σάκηηηηηη
Σάααακηηηηη
ακούγεται μια φωνή. Ώπα λέω, ο Ρουβάς, ευτυχώς είμαι ξυρισμένος (πράγμα σπάνιο για μένα).
Παρατάω την σοκολάτα, ξεχνάω και την τσίκνα από τις γύρω ψησταριές, παίρνω πόζα και περιμένω Sakis.
Ξαφνικά βλέπω αυτόν που φωνάζει: τα χείλη του ξεραμένα, η ηλικία του απροσδιόριστη. Η εξάρτησή του φανερή.
Στο ένα μέτρο μπροστά του ο Σάκης. Ίδιος με τον προηγούμενο. Θα μπορούσαν να είναι δίδυμοι και όμως διαφέρουν. Ο Σάκης δεν είναι εξαρτημένος. Είναι όμως αυτός που αγοράζει κοσμήματα από τη φωνή και τον σπρώχνει.
Μιλάνε σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω, ούτε μου θυμίζει κάποια γνωστή. Το μόνο που ακούγεται στα ελληνικά είναι το "άντε γαμήσου".
Η δουλειά δεν γίνεται. Ο Σάκης απομακρύνεται και η φωνή φωνάζει εκλιπαρώντας ώσπου σβήνεται στο βάθος προς Ερμού.
Ξαναπιάνω την σοκολάτα μου, ξεχνώ τον Σάκη και προσγειώνομαι στην πραγματικότητα κοιτάζοντας ανέμελα το τεκνό που κάθεται δίπλα έτσι για να περάσει η ώρα.
Που ξέρεις, μπορεί να τον λένε κι αυτόν Σάκη...

6.2.07

Όλοι λένε σ' αγαπώ

Όταν σε ρωτάω: μ’ αγαπάς; είτε τσαχπίνικα, είτε με προσμονή, είτε σαν διαταγή, είναι γιατί κατά βάθος θέλω αυτή την επιβεβαίωση. Δεν οφείλεται αποκλειστικά σε δική μου ανασφάλεια, αλλά και στο ότι μ’ αρέσει ο τρόπος που το λες (όταν δηλαδή το αποφασίζεις): είτε μ’ ένα αργόσυρτο, βαριεστημένο μμμμμ – που δείχνει: δε μας παρατάς τώρα;, είτε με ένα βροντερό όχι – που σημαίνει ναι, αλλά κάνε μου τη χάρη που θέλεις κι επιβεβαίωση, είτε με το ναι – που όταν το λες μου κάνει τόσο εντύπωση που ξαναρωτώ για σίγουρα.

Έχω συνηθίσει να μου το λένε χωρίς δισταγμό κι αυτό το παιχνιδάκι που παίζω μαζί σου τελευταία – ξέρω ότι σε νευριάζει – είναι μεταξύ άλλων για να τεστάρω τα όριά σου. Ξέρω γίνομαι κωλόπαιδο μερικές φορές, όπως ξέρω κι ότι πολύ δύσκολα το έλεγες (τουλάχιστον μέχρι να με γνωρίσεις…), αλλά έτσι με έχουν σχεδιάσει (που θα έλεγε κι η Τζέσικα).

Ελπίζω να σε παιδεύω κατ’ αυτόν/...και άλλους τρόπους για χρόνια ακόμη – αν δεν έχεις αντίρρηση βέβαια. Χμμμ, μόλις μου ήρθε κι άλλη ιδέα για να σε ταλαιπωρώ, θα καταντήσω σαν τη χαζή διαφήμιση: σ’ ένα μήνα θα μ’ αγαπάς; σε δύο; κ.ο.κ.

Υ.Γ: Δεν το έγραψα εγώ, αλλά κάπως έτσι θα το έγραφα...