31.8.07

ΚΟΥΛΟΥΡΑΚΙΑ ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΚΑΝΕΛΑΣ

Έφθασα καθυστερημένος. Όλοι βγήκαν στους δρόμους φαίνεται μετά την αλλαγή του χρόνου.
Ο Σάκης εκεί, στην άκρη του μπαρ. Ξεχώριζε, έλαμπε. Πλησίασα.
- Δεν φαντάζομαι να μην μου φύλαξες το πρώτο φιλί?
- Εσύ τι λες?
Και σκύβει και με φιλά στα χείλη.
- Χρόνια Πολλά μωράκι.
- Χρόνια Πολλά αγόρι μου.
Ο χρόνος ξεκίνησε από εκείνη την στιγμή.
Στο μπαρ δεν μπορέσαμε να πούμε και σπουδαία πράγματα. Άλλωστε και τη σημασία είχε? Ήταν εδώ, και ήταν δίπλα μου.
Ο κόσμος χτυπιόταν από την ξέφρενη μουσική. Οι σαμπάνιες δίνανε και παίρνανε. Και αυτός εκεί χαμογελαστός, απέναντί μου σαν να μην είχε περάσει ούτε μία μέρα από την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί, τότε στην Ακρόπολη. Πολλά συνέβησαν από τότε, αλλά τι σημασία έχει?
Πως μπορεί από την μία στιγμή στην άλλη ο πόνος να γίνει χαρά. Η μοναξιά να γίνει παρέα. Η δυστυχία να γίνει ευτυχία. Ο ένας να γίνουν δυό.
- Πάμε να φύγουμε.
- Και που να πάμε αγόρι μου? Όπου και να πάμε το ίδιο και χειρότερα θα είναι.
- Κάπου που δεν θα έχει κόσμο. Σπίτι μου.
- Πάμε.
Ο Σάκης έμενε τότε σε ένα ρετιρέ στην πλατεία Δεξαμενής. Η Αθήνα στα πόδια του. Η θέα εξαιρετική.
Τον ξέρω σχεδόν ένα χρόνο κι όμως ποτέ δεν είχα πάει σπίτι του. Ούτε τον είχα καλέσει στο δικό μου. Γιατί άραγε? Ίσως δεν είχε φτάσει η ώρα. Και να που είμαι στο σπίτι του Σάκη, με τον Σάκη, μόνοι μας. Οι δυό μας.
Και τώρα τι? Αν και έχουν περάσει σχεδόν 10 χρόνια από τότε, την αμηχανία της στιγμής εκείνης θα την θυμάμαι σε όλη μου τη ζωή.
Βάλαμε από δύο ποτά, αράξαμε στον καναπέ άναψα και ένα τσιγάρο και πήρα τον λόγο.
- Λοιπόν αγόρι μου, γιατί μας χάθηκες έτσι απότομα? Χωρίς ένα αντίο?
- Δεν θα σου πω δικαιολογίες, δεν θα σου πω τίποτα. Φοβήθηκα.
- Φοβήθηκες? Τι?
- Εσένα, εμένα, εμάς τους δυό. Δενόμουνα μαζί σου και αυτό ήταν κάτι που με φόβιζε. Έπρεπε να φύγω για να το ξεπεράσω. Να σε ξεπεράσω. Βρήκα ευκαιρία το νέο τμήμα στην Νέα Υόρκη και έφυγα. Έκλεισα το κινητό και έφυγα χωρίς να σου πω ούτε αντίο.
- …
- Θυμάσαι κάποια στιγμή που σου ζήτησα ένα φιλί? Θυμάσαι τι μου είπες?
- Τι?
- Μόνο στο αντίο. Και την μέρα που πήγαμε στην Ακρόπολη ήθελα να σου πω αντίο.
Λίγο το ποτό, λίγο η χαρά που τον ξαναέβλεπα, λίγο τα λόγια του με πήρανε τα ζουμιά. Ευτυχώς ήταν τα φώτα χαμηλωμένα και πίστευα ότι δεν με έβλεπε. Αθώος (χαζός) που ήμουνα. Το είχε δει. Αυτό που δεν είχα δει ήταν ότι και αυτός έκλαιγε.
Με μία κίνηση μικρού παιδιού που θέλει να κρυφτεί στην αγκαλιά της μάνας, κάπως έτσι και εγώ κρύφτηκα, χώθηκα, μπήκα, κούρνιασα μες στην αγκαλιά του και όπως μου χάιδευε τα μαλλιά με πήρε ο ύπνος.
Ένας ύπνος ανάλαφρος, γλυκός, χωρίς όνειρα.
Μόνο με μια μυρουδιά από κουλουράκια κανέλας και ένα ρυθμικό τικ τακ από την καρδιά του.
Πώς τα φέρνει καμιά φορά η ζωή. Τι παιχνίδια μας παίζει. Μέχρι πριν κάποιες ώρες πενθούσα και τώρα είμαι στους 7 ουρανούς. Ελπίζω να κρατήσει, ελπίζω να αν είναι όνειρο να μην ξυπνήσω.
Ελπίζω και χαίρομαι, έστω και έτσι, έστω και για τόσο λίγο.
Αυτό είναι ευτυχία τελικά. Να κοιμάσαι σε μια μεγάλη αγκαλιά και να μυρίζει κουλουράκια κανέλας.

30.8.07

ΧΑΡΑΓΜΑΤΑ ... ΚΩΣΤΑΣ ΤΑΧΤΣΗΣ







…Ο ελληνικός χώρος είναι φοβερά συρρικνωμένος, χωρίς μεγάλες πιθανότητες να ξαπλώσει τα φτερά του. Μας δόθηκαν οι ευκαιρίες, και δεν ξέραμε να τις εκμεταλλευτούμε.

Η κοινωνία μας δεν κατάφερε ποτέ ν’ αποχτήσει γερά θεμέλια - δομές το λένε τώρα - και βρίσκεται σε πλήρη διάλυση. Το βλέπει κανείς στις εφημερίδες της αντιπολίτευσης, που υποτίθεται ότι αγωνίζονται να μας σταματήσουν από τον κατήφορο που έχουμε πάρει.

Αγωνίζονται, αλλά χωρίς συνέπεια. Γιατί τι ωφελεί να μάχεσαι στη μια σελίδα τις δυνάμεις του Κακού, και στην άλλη να δημοσιεύεις μία ανόητη θεατρική κριτική που τις εκπροσωπεί και τις εκφράζει; Τι ωφελεί στη μια σελίδα να δημοσιεύεις άρθρο που σ’ εμφανίζει σαν υπέρμαχο της ελευθερίας των ανθρώπων να διαθέσουν το σώμα τους, και στην άλλη μια είδηση με τίτλο ‘Απεκαλύφθη άντρο ανωμάλων’;

Φταίει χωρίς άλλο η ιθύνουσα τάξη για τον κατήφορο που έχουμε πάρει σ’ όλους τους τομείς, αλλ’ έχω την εντύπωση ότι από μία στιγμή και πέρα φταίει ολόκληρος ο λαός, που κυλιέται ηδονικά στην κακογουστιά και στην βλακεία όπως το γουρούνι στη λάσπη.

Έχει χάσει πια κάθε πίστη στο εθνικό πεπρωμένο, θα ‘λεγε κανείς ότι σχεδόν ντρέπεται που είναι Έλληνας, παρ’ όλο που, αν του το πεις, θα χιμήξει να σε φάει.

Έχουμε ξινίσει σαν λαός, δεν έχουμε αρχές, δεν έχουμε ιστορική μνήμη.

Κάποτε είχαμε το περιβόητο ρωμαίικο φιλότιμο. Από φιλότιμο, για να σου πούνε μπράβο, έκανες μία δουλειά σωστά. Τώρα εξαπατά ο ένας τον άλλον αδιάντροπα, χωρίς να καταλαβαίνουν ότι η συμπεριφορά αυτή αποβαίνει στο τέλος εις βάρος όλων …

Συγγνώμην, εσείς δεν είσθε
ο κύριος Ταχτσής;
Εκδόσεις Πατάκη

υ.γ.
Βρέθηκε δολοφονημένος στο σπίτι του στον Κολωνό 26/08/1988, αλλά με τις φωτιές που μυαλό.

29.8.07

Η ΚΛΗΣΗ ΣΑΣ ΠΡΟΩΘΕΙΤΑΙ

Αυτό ήταν. Άλλαξε η ζωή μου. Το παιχνίδι γάτας και ποντικού, θύματος και θύτη, αφέντη και σκλάβου. Οι ρόλοι ακαθόριστοι. Το μόνο καθορισμένο τα θέλω μου. Ή καλύτερα το θέλω μου. Ο Σάκης.
Αυτός που και να ήθελα να έχω, είχε φύγει. Και όχι σε άλλη χώρα, αλλά σε άλλη ήπειρο.
Αυτό ήταν. Πάει τέλειωσε.
Αλλά και πάλι, αυτό το μου λείπεις. Πως του λείπω? Γιατί του λείπω.
Αυτή την φορά ο καιρός κυλούσε αργά και βασανιστικά.
Ο Α πάντα δίπλα μου, βουβός, δεύτερος ρόλος, σε ταινία μελό του 60.
Τίποτα και κανένας δεν μπορούσε να μου φτιάξει το κέφι.
Τα τραγούδια βραχνάς, αναμνήσεις από πράγματα που δεν έζησα, αλλά που θα ήθελα να ζήσω.
Γιατί δεν του μίλησα ποτέ για μένα?
Γιατί δεν μου έδωσα μια ευκαιρία?
Το τσιγάρο σύντροφος στο χέρι μου.
Το ποτό σύντροφος στην καρδιά μου.
Άρχισα να βγαίνω κάθε βράδυ. Έγινα ο καλύτερος θαμώνας των συνοικιακών και επαρχιακών σκυλόμπαρων. Μόνος.
Και ο Α, εκεί, να ξέρει ότι κάτι τρέχει. Κάποιες φορές να έρχεται μαζί μου. Τις περισσότερες να με περιμένει, να τρέμει μέχρι να γυρίσω. Έβλεπε ότι δεν ήμουν καλά. Και να μην μπορεί να κάνει τίποτα. Με έβλεπε που βούλιαζα όλο και πιο πολύ κάθε μέρα. Μου έδινε το χέρι του να πιαστώ, αλλά εγώ το αγνοούσα, το έσπρωχνα. Άλλο ήταν το γιατρικό όμως. Και δυστυχώς το πουλούσαν στη Νέα Υόρκη.
Ο εγωισμός μου πληγωμένος. Και από λάθος αιτίες. Όχι γιατί έφυγε, αλλά γιατί είχε το τηλέφωνο κλειστό. Που είναι τώρα που τον έχω ανάγκη?
Πως θα τον βρω? Να πάρω τηλέφωνο στα γραφεία τους και να πω τι? Εκτός από την Βάσω, που την συνάντησα τυχαία σε ένα καφέ, και με ρώταγε τι κάνει ο Σάκης και που χάθηκε, δεν είχα άλλον άνθρωπο που να μπορώ να τον ρωτήσω.
Όσες φορές επιχείρησα να πάρω τηλέφωνο, ο συνδρομητής που καλείται είναι εκτός δικτύου, η κλήση σας προωθείται. Που προωθείται? Όσες φορές έστειλα μήνυμα γύρισε πίσω μετά από μία εβδομάδα.
Έχασα τον ύπνο μου, το κέφι μου για ζωή.
Και το μεγαλύτερο πλήγμα ήταν που έχασα την αισιοδοξία μου. Ακόμα και στις πιο δύσκολες φάσεις της ζωής μου, πάντα βλέπω την θετική πλευρά των πραγμάτων, σε σημείο που μερικές φορές να με θεωρούν και αναίσθητο.
Τώρα τίποτα. Όλα μαύρα. Όλα θολά.
Το καλοκαίρι πέρασε, ήρθε το φθινόπωρο, φτάσαμε στις γιορτές.
Οι βιτρίνες στολισμένες, οι δρόμοι φωτεινοί, εγώ μόνος, μελαγχολικός.
Ο Α έφυγε, πήγε στους δικούς του για γιορτές. Με παρακάλεσε να πάω μαζί του ή να πάω στους δικούς μου. Να μην μείνω μόνος. Λες και αν ήμουνα με κόσμο δεν θα ήμουνα μόνος.
Όχι θα μείνω μόνος στην γιορτινή Αθήνα. Ο πόνος είναι πιο θεατράλε και ήθελα να τον ζήσω, να τον νικήσω.
Δώδεκα παρά δέκα, παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Έχετε ένα νέο μήνυμα. Το νούμερο άγνωστο. "Χρόνια Πολλά μωράκι … μου λείπεις".
Παίρνω αμέσως τηλέφωνο. Καλεί. Μια γνώριμη φωνή ακούγεται.
- Έλα μωράκι… Που σε πετυχαίνω? Χρόνια σου Πολλά.
- Σπίτι είμαι και ετοιμάζομαι να πάω σε κάτι φίλους για χαρτί(με ένα μπουκάλι βότκα αγκαλιά). Χρόνια Πολλά αγόρι μου. Χάθηκες. Σε πεθύμησα. Μαύρη πέτρα έριξες. Ούτε ένα τηλέφωνο (καριόλη). Πότε με το καλό μας έρχεσαι? (μου έλειψες γαμώτο, μου έλειψες πολύ)
- Αθήνα είμαι στο Bodega. Τι λες, να φυλάξω το πρώτο φιλί για σένα?
- Θα σε γαμήσω έτσι και δεν το φυλάξεις. Σε μισή ώρα είμαι εκεί.


ΤΡΕΧΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩΩ !!!

27.8.07

ΧΩΡΙΣ ΤΟΝ ΣΑΚΗ

Αυτό ήταν.
Χάθηκε. Λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε. Πέρναγε ο καιρός. Τίποτα. Ούτε καν ένα μήνυμα. Τίποτα.
Τα γνώριζα τα σημάδια και τις συμπεριφορές. Πόσο καλά Θεέ μου τα γνώριζα. Μου έδινε χρόνο, του έδινε χρόνο. Να σκεφτεί, να αποφασίσει, να δει αν είχε κάνει λάθος. Τον τρόμαζε το λάθος.
Εγώ τις ευαισθησίες μου, τις φοβίες μου, τις ανασφάλειές μου, τις κρύβω κάτω από ένα πέπλο δυναμισμού και αυτοπεποίθησης. Αυτός? Ποιος ξέρει. Ίσως με τον ίδιο τρόπο.
Το είπαμε, είμαστε ιδανικοί στο να ανακαλύπτουμε, ανθρώπους με τις ίδιες αναπηρίες με εμάς.
Από μένα θα είχε όσο χρόνο χρειαζόταν. Αλλά και όσο χρειαζόμουν και εγώ για να δω που πήγαινε. Για να πάρω αποφάσεις.
Άλλωστε πλησίαζε Πάσχα. Χρειαζόμουν ξεκούραση. Και ο Α, το ίδιο.
Αποφασίσαμε να πάμε Αίγυπτο εκείνο το Πάσχα. Κλείσαμε με ένα γραφείο και μια ωραία πρωία πίναμε το τσάι μας μέσα σε μία φελούκα στον Νείλο.
Ήταν από τα ωραιότερα ταξίδια της ζωής μου. Ήταν σαν τάμα να κάνω βόλτα στον Νείλο, να κάνω παζάρια στον Χαν αλ Χαλίλι και να πίνω ναργιλέ στο καφενείο που σύχναζε ο Μαχφούζ, αυτός ο μεγάλος συγγραφέας.
Να βλέπω τις Πυραμίδες και την Σφίγγα.
Ο Α, δίπλα μου. Πάντα δίπλα μου, και στα όμορφα και στα άσχημα . Περίεργο τραίνο. Χαμηλών τόνων, υψηλών προδιαγραφών μοντέλο. Ίσως ο μόνος άνθρωπος που δεν χρειάστηκε ποτέ να μιλήσω. Καταλάβαινε μόνο και μόνο κοιτάζοντάς με στα μάτια.
Το καλύτερο δώρο που μου έκανε ποτέ η ζωή.
Από το Κάιρο, στο Λούξορ. Αλεξάνδρεια δεν πήγαμε. Πιστεύω ότι της άξιζε κάτι παραπάνω από ένα δίωρο που της είχαν αφιερώσει στο πρόγραμμα. Προτίμησα να μην πάω, αλλά να ξαναπάω στο μουσείο στο Κάιρο. Και να ξαναέρθω Αίγυπτο, αποκλειστικά για την Αλεξάνδρεια. Να την χαρώ, να την μυρίσω, να ξυπνήσω θύμησες. Να ξαναδιαβάσω τον Καβάφη εδώ. Στην πόλη του.
Βόλτα στην κοιλάδα των νεκρών βασιλέων. Οι εκδρομόγριες από το γκρουπ να τρέχουν με 45 υπό σκιά να δουν. Να προλάβουν. Ο ξεναγός να μας μετράει συνεχώς. Ίσως να φοβόταν μην του πεθάνει κανένας.
Ήχος και φως στο Λούξορ. Και ο Α, να μου πιάνει το χέρι και να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί : Σ’ αρέσει μικρέ μου Φαραώ?
Γιατί το είπε τώρα αυτό? Πως το σκέφτηκε? Γιατί δεν μας αφήνει η ζωή να χαρούμε? Που να είναι τώρα ο Σάκης? Είναι καλά?
Τον είχα αφήσει πίσω. Κάπου σε μια χαραμάδα του μυαλού μου. Άλλωστε και ποιος ήταν τελικά? 3-4 φορές βρεθήκαμε και άλλες τόσες μιλήσαμε στο τηλέφωνο. Τι περίεργα που μας φέρετε καμιά φορά η ζωή.
Επιστροφή στο ποταμόπλοιο. Αραχτοί στο κατάστρωμα να πίνουμε παγωμένη λεμονάδα και να βλέπουμε το φεγγάρι να πλατσουρίζει στον Νείλο. Τι πιο ωραίο. Λένε ότι το φεγγάρι στην Αίγυπτο είναι πιο μεγάλο. Ίσως και να έχουν δίκιο.
Από κει στο Ασσουάν, στα παζάρια τα νουβιάνικα, στο ξενοδοχείο Old Cataract. Εκεί που γυρίστηκε το Έγκλημα στον Νείλο. Άλλες εποχές, άλλες μυρουδιές. Αλλιώς εγώ και ο Α. Λες και μόλις είχαμε γίνει ταίρι. Τίποτα δεν μας άγγιζε. Άτρωτοι. Τα απογεύματα να πίνουμε το τσάι στην βεράντα και να χάνεται το μάτι μας, μαζί με τις φελούκες στον Νείλο. Μετά στο δωμάτιο κουλουριασμένοι και σφιχταγκαλιασμένοι σαν φίδια. Βόλτες, εξοχές, μυρουδιές, μυστήριο. Αίγυπτος.
Αποφάσισα να ανοίξω το κινητό. Το είχα κλειστό από την μέρα που φύγαμε.
Έχετε ένα νέο μήνυμα.
“Καλό Πάσχα από Νέα Υόρκη. Μου λείπεις … μωράκι”
(Άντε και γαμήσου…)
Εκεί τέλειωσαν και οι διακοπές μου.

26.8.07

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΕΦΟΝΗΣ

Μουσική Μάνος Χατζιδάκις
Ποίηση Νίκος Γκάτσος
Φωνή Μαρία Φαραντούρη
Νεκροί 53


Get this widget | Share | Track details

24.8.07

... ... ...

Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΑΚΗ

Εγώ που λες γεννήθηκα στην Αθήνα, το επίθετό μου φαντάζομαι να σου λέει κάτι.
- Δεν μου έχεις πει ποτέ το επίθετο σου. (λες και δεν το ήξερα, σε όλα τα κουτσομπολίστικα έπαιζε)
- Χατζή…….
- (Γόνος αριστοκρατικής οικογενείας) Το έχω ακουστά αλλά δεν μου λέει και πολλά. (σκατά δεν ξέρουν τι έχουν)
- Λοιπόν η οικογένεια μου από τις παλιές. Από το ένα πόδι κρατάω από την Πόλη και από την άλλο από την Αίγυπτο. Την Αλεξάνδρεια. Πλούσια οικογένεια. Εγώ μεγάλωσα με τροφό, γαλλικά, πιάνο, χωρίς γονείς. Ή θα ταξιδεύανε στον κόσμο ή θα είχανε πολύ βαρύ πρόγραμμα για να ασχοληθούν μαζί μου. Μεγάλωσα στο Κολωνάκι, αλλά αν και στην καρδιά της Αθήνας, μόνος.
Φίλους στο έχω πει σαν παιδί δεν είχα. Από τη μία γιατί συνεχώς διάβαζα, αλλά και από την άλλη δεν ήθελα να πηγαίνω σε γιορτές συμμαθητών με την τροφό, σαν ορφανός.
Μεγάλωσα με τον παππού από την Αλεξάνδρεια και την γιαγιά από την Πόλη. Κάτι σαν την Λωξάντρα να φανταστείς η γιαγιά η Αντιόπη.
- …(Είχα μια φίλη στην Μυτιλήνη με αυτό το όνομα. Τι περίεργο.)
Μεγάλωσα με ιστορίες και από τις δύο αυτές γωνιές. Η γιαγιά να με φωνάζει πασάκα μου και ο παππούς να με φωνάζει μικρέ Φαραώ. Πλάκα δεν έχει?
- Ναι χαριτωμένο. (Βάσανα κι αυτοί οι φτωχοί, γαμώ τα πλούτη μου)
- Οι γονείς όποτε έρχονταν ή στο τηλέφωνο με φώναζαν Αθανάσιο.
Εμένα μου άρεσε το πασάκα μου.Έλιωνα κάθε φορά που με φώναζε η γιαγιά. Τα χρόνια πέρναγαν, στο σχολείο αρίστευα, εδώ που τα λέμε και τι άλλο να κάνεις. Διάβασμα, διάβασμα, διάβασμα.
Μετά πανεπιστήμιο. Πρώτα εδώ και μετά έξω, μεταπτυχιακά. Μόνος πάλι.
- Να ρωτήσω κάτι? ( με μας τους δύο τι θα γίνει τελικά?)
- Ναι ότι θέλεις.
- Καλά το καταλαβαίνω, μικρός να μην αισθάνεσαι όμορφα να πηγαίνεις σαν ορφανός. Μεγαλώνοντας όμως μου κάνει εντύπωση πως και δεν είχες φίλους. Μου είναι τόσο ξένο. (Λες και εγώ είχα. Πως τα καταφέρνουμε πάντα οι άνθρωποι να βρίσκουμε τον ίδιο ανάπηρο να γίνει ο φίλος μας, ο σύντροφός μας, ο δικός ο άνθρωπος)
- Κοίτα, στον κύκλο μας φιλίες δεν υπάρχουν. Είσαι περιζήτητος για το όνομά σου, τα λεφτά σου. Αλλά φιλίες όχι. Γνωστούς είχα πολλούς. Όλους. Μια μεγάλη παρέα είμαστε. Αλλά φίλους όχι. Αυτό που κάνουμε σήμερα ή που προσπαθούμε να κάνουμε, ούτε να το διανοηθώ ότι θα το έκανα με κάποιους απ’ αυτούς. Δεν χωράνε ευαισθησίες, αδυναμίες, λάθη στον κόσμο μας.
- Έλα μωρέ μην μου πεις ότι όλοι είναι το ίδιο μοντέλο. Μάλλον φοβούνται κι αυτοί όπως και συ.
- Μπορεί, αλλά αν πέσω στον λάθος? Αν κάνω λάθος?
- Μα η ζωή είναι όμορφη γιατί είναι γεμάτη από πολλά μικρά ή μεγάλα λάθη.
- Η ζωή, μπορεί. Ο Κύκλος μας όχι.
- …(Τι σκατά κύκλος είναι αυτός, αλλά τι σκατάς που είμαι και εγώ)
- Μετά λοιπόν, επέστρεψα στα πάτρια εδάφη. Έγινε ένα μεγάλο πάρτι προς τιμή μου. Εννοείται ότι εκτός από βουλευτές, υπουργούς, πλούσιους, κοσμικούς, ήταν και όλες οι νύφες της Αθήνας. Μετά στρατό. Μην φανταστείς, στην ορκωμοσία και στο απολυτήριο με είδαν. Φρόντισε ο μπαμπάς βλέπεις γι αυτό.
Τον καιρό που ήμουνα στον στρατό, τέλος πάντων, εργαζόμουν στην οικογενειακή επιχείρηση. Να ενημερωθώ και να είμαι έτοιμος να την αναλάβω κάποια στιγμή. Έχουμε παραρτήματα σε όλο την Ευρώπη. Πρόσφατα ανοίξαμε και ένα στην Νέα Υόρκη. Εδώ άρχισαν τα όργανα.
- Που στην Νέα Υόρκη?
- Όχι, στην δουλειά. Δουλεύω με τον πατέρα μου, αλλά είναι ένας ξένος. Ακόμα τον μαθαίνω. Σκληρός άνθρωπος. Όπως και η μάνα μου. Με τα χρόνια μάλλον οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους. Όσο διαφορετικοί και να είναι στην αρχή. Άλλη εικόνα είχα γιαυτούς από τον παππού και την γιαγιά. Ίσως και αυτοί να μην τους ήξεραν καλά. Ίσως και να άλλαξαν με τα χρόνια. Ποιος ξέρει.
- … (τι άλλο θα τραβήξω ο ξενύχτης? Εγώ για καφέ κίνησα να πάω)
Αλλά να γυρίσουμε πάλι στον πατέρα μου. Χάλασε ένα σκασμό χρήματα για να με σπουδάσει και όποτε πάω να πω ή να εφαρμόσω κάτι με κάνει στην άκρη. Νομίζω ότι με δοκιμάζει, ή τουλάχιστον έτσι θέλω να νομίζω. Όχι μην πεις τίποτα. Μην μου το χαλάσεις. Άσε με να το φαντάζομαι.
- (Και εγώ αγόρι μου φαντάζομαι, από μικρός το έκανα. Από φανταστικούς φίλους, μέχρι κόσμους ολόκληρους που το ψέμα τους γινόταν η αλήθεια μου)
- Τέλος πάντων, πιστεύω ότι με υπομονή θα μου παραχωρήσει τον χώρο μου. Και αυτού του είναι δύσκολο. Μπορεί να είμαι παιδί του, αίμα του, αλλά στην ουσία είμαι ένας ξένος. Από την μια η δουλειά και από την άλλη η καθιέρωση. Να με δεχθούν, ή μάλλον πιο σωστά να με αποδεχθούν.
- Ποιοι?
- Μα στον κύκλο μας. Κάποια στιγμή θα αναλάβω το καράβι. Πρέπει από τώρα να διαλέξω συμμάχους. Έτσι ξεκίνησε κι ο αγώνας της κοσμικότητας. Να γνωριστώ, αλλά και να με γνωρίσουν.
Πιο δύσκολος αγώνας από αυτόν τον επαγγελματικό. Ξέρεις ρε τι συνειδητοποίησα?
- Τι αγόρι μου? (Μπράβο μου, τελικά το λέω και χωρίς ούζα!!!)
- Συνειδητοποίησα το τι φύρα υπάρχει στον κύκλο μας. ΧΑΧΑΧΑ!!! Όλοι αυτοί που εμφανίζονται από δω κι από κει, και ο κοσμάκης τους θαυμάζει ή έστω απλά τους χαζεύει, μαλάκα οι πιο πολλοί δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Ζουν απλά για να κάνουν ένα όνομα, να γίνουν γνωστοί και να έχουν τραπέζι πίστα.
- Ε σου πήρε κάποιον χρόνο. ΛΟΛ Καταλαβαίνεις τώρα γιατί δεν γουστάρω την πλατεία? Κόντεψα και εγώ να την πατήσω κάποτε. Στάθηκα όμως τυχερός. Γνώρισα κάποιους μεγάλους Ανθρώπους, διάνοιες ο καθένας στο είδος του και μπόρεσα και είδα την αλήθεια.
- Αλήθεια? Ποιούς?
- Σήμερα μιλάμε για σένα. Εμένα δεν έχει έρθει ακόμα η ώρα μου. Άλλωστε δεν μ’ αρέσει να μιλάω γι αυτούς. Αυτούς τους κουβαλώ μέσα μου.
- Τι όμορφο συναίσθημα. Μικρέ μήπως είσαι σοφός τελικά?
- (Είπε ο ένας ανάπηρος στον άλλον) Ναι δεν το βλέπεις? Η σοφία τρέχει από τα μπατζάκια μου.
- Άρχισα που λες μωρό, να βγαίνω, να πηγαίνω στα μπαρ, στα μπουζούκια, να πηδάω από δω κι από κει, από μοντέλα και πάνω, να πηγαίνω εκδρομές με τα κότερα τους ή στα σαλέ τους, να έχω ένα πρόγραμμα βαρύ, αλλά να είμαι και πάλι μόνος. Πάμε να φύγουμε? Να σε πάω και σένα σπίτι. Σε ζάλισα σήμερα, αλλά κάπου ήθελα να μιλήσω.
- Πάμε (Ίσως δεν είμαι έτοιμος για τέτοια φορτία, αλλά για ένα πηδηματάκι μιας και τ’ ανέφερες…)
Με πήγε σπίτι. Σήμερα αυτός έσκυψε και με φίλησε μαζί με το ποιο γλυκό ευχαριστώ που έχω ακούσει από άνθρωπο.

23.8.07

ALL TIME CLASSIC

Έκανα μια βόλτα από τα κανάλια χθες το βράδυ και ξαναακάλυψα αυτό....

21.8.07

ΓΙΑ ΚΑΦΕ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΗ

Την επομένη, το πρωί, ξύπνησα με έναν πονοκέφαλο, με μια δυσφορία. Μου έφταιγαν όλα. Ακόμα και το σκυλί μου, που με έγλυφε για να πάμε βόλτα. Δεν ήθελα να δω άνθρωπο. Από το προηγούμενο βράδυ δεν θυμόμουν και πολλά στην αρχή. Τα λουλούδια όμως στο σαλόνι με μια απίστευτη σφαλιάρα με γύρισαν στο σήμερα και μου θύμισαν το χθες. Λίγο απότομα, λίγο αγριευτικά. Το είχα ζήσει, ή μήπως ήταν παιχνίδι του μυαλού? Δεν γαμιέται. Πάμε παρακάτω….
Βόλτα το σκυλί και καφεδάκι στην Φωκίωνος. Ακόμα εδώ μπορώ να πίνω τον καφέ μου με το σκυλί μου. Μακάρι να μην αλλάξει.
Ανανεωμένος με την βόλτα και τους δυο καφέδες πήρα τον δρόμο της επιστροφής. Στο σπίτι με περίμενε ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή.
- Έλα ρε Σάκης. Πάρε με.
Ή που δεν θα τον βλέπω για μέρες, ή που θα τον βλέπω μέρα νύχτα.
Αφού πάρκαρα την μικρή στην βεράντα, άναψα ένα τσιγάρο και σχημάτισα τον αριθμό του.
Με το πρώτο κουδούνισμα απάντησε.
- Ναι…
- Καλημέρα, ο Παύλος είμαι.
- Πως είσαι, θες να πάμε καμιά βόλτα και να τσιμπήσουμε κάτι?
- Είμαι χάλια από χθες. Πρέπει να ήπια τον Βόσπορο πάλι, είχα και παραισθήσεις.
- ΧαΧαΧα, έλα σήμερα είναι άλλη μέρα. Σε πόση ώρα να περάσω?
- Που θα πάμε? Τι να φορέσω? Θα είναι και άλλοι?
- Ποιοι άλλοι ρε μαλάκα? Οι δυό μας.
- Έλα σε καμιά ώρα να κάνω και κανένα ντουσάκι.
- ΟΚ, τα λέμε από κοντά. Θα σε περιμένω Αγίας Ζώνης και Λέσβου.
- Φιλιά, τα λέμε.
Ήρθε, ακριβώς. Μα τι σκατά, πως το καταφέρνει?
- Καλώς το αγόρι μου.
- Καλημερούδια και από κοντά.
- Φιλί δεν έχει σήμερα?
- Μόνο στο αντίο…
- Έχεις κάτι στο μυαλό σου?
- (Πολλά, και κολάσιμα) Σαν τι να έχω?
- Για το που θα πάμε ρε.
- Κοίτα δεν είμαι για πολλά πολλά. Αν και με σένα ποτέ δεν ξέρεις.
- Τι θέλεις να πεις?
- Όποτε βγαίνουμε χάραμα γυρνάω. Αλήθεια πως και από το Χάραμα χθες βράδυ?
- Είπα να βγω για ένα ποτάκι. Ήξερα ότι εκεί δεν θα πετύχω κανέναν.
- Στο χάλασα, έ?
- Δεν μιλάω για σένα ρε, για τους άλλους, αυτούς τους πως τους λες?
-Φσον.
- χαχαχα Αλήθεια από που βγαίνει το φσον?
- Από πουθενά, σε κάποια φάση ο γκόμενος της ξαδέρφης μου την είπε για κάποιους φίλους του ψηλομύτες και καθιερώθηκε.
- Λοιπόν που θα πάμε?
- Έχεις όρεξη για βόλτα? Έτσι χωρίς προορισμό. Όπου μας βγάλει.
- Να κάτι που μ’ αρέσει σε σένα. Δεν προγραμματίζεις. Πως το κάνεις αυτό?
- (Μόνο με σένα, ξεχνάω τα πάντα) Ε, δεν ξέρω, δεν μ’ αρέσει να προγραμματίζω. Απλά. Άλλωστε δεν χάλασε και ο κόσμος. Αυτά που είναι να συμβούν θα συμβούν. Όσο για τ’ άλλα …
- Αχ, ρε.
Είχαμε φτάσει Σύνταγμα. Το έβλεπα το όνειρο, πάλι Κολωνάκι. Όχι ρε πούστη μου. Ευτυχώς τράβηξε Φιλελλήνων και βγήκαμε προς Συγγρού. Εντάξει όμορφη μέρα, καλή και η παραλία. Εκεί όμως έκανε την έκπληξη, έστριψε για Ακρόπολη.
- Ξέρεις τι λέω? Να πάρουμε έναν καφέ και να περπατήσουμε. Τι λες? Ή μήπως από την χθεσινή σου κραιπάλη αγόρι μου θέλεις κάπου ν’ αράξουμε?
- Όχι νομίζω ότι είναι πολύ καλή ιδέα. Η καλύτερη.
Παρκάραμε, πήραμε καφέδες και αρχίσαμε να ανηφορίζουμε προς την Ακρόπολη.
- Πάντα με μαγεύει αυτό το μέρος. Όταν ήμουνα μικρός και ερχόμουνα Αθήνα ένας θείος μου με έφερνε εδώ. Και πάντα βραδιές με πανσέληνο. Τότε δεν την κλειδώνανε. Αλήθεια, έχεις έρθει ποτέ βράδυ με πανσέληνο Σάκη?
- Δεν είμαι και τόσο μεγάλος.
- Άντε και γαμήσου, την μια είμαι το μωράκι και την άλλη ο σκατόγερος. Αποφάσισε, με έχεις διχάσει τον άνθρωπο.
- Θέλω να σου μιλήσω.
- Τι λες, καθόμαστε εδώ?
- Ναι όμορφα είναι.
- Σ’ ακούω. Είναι κάτι σοβαρό? Το λίγο που σε ξέρω από το ύφος σου μάλλον κάτι συμβαίνει. Τι έχει γίνει Σάκη?
- Όχι τίποτα, απλά είναι τόσα πολλά, από παλιά που με βασανίζουν, και δεν είχα που να τα πω.
- Πάρε βαθειά ανάσα και ξεκίνα από την αρχή.

- Λοιπόν, δε ξέρω αν ξέρεις τίποτα για μένα.
- Όσα μου έχεις πει.
- Τίποτα δηλαδή.
- Τίποτα.
- Καλά δεν θέλησες ποτέ να μάθεις?
- (Πολλές φορές) Θεωρώ ότι αν είναι κάτι να το ξέρω θα μου το πεις.
- Πως το καταφέρνεις αυτό, να μην ρωτάς?
- (Με αυτομαστιγώματα) …
- Έλα ρε πες μου.
- Γιατί εσύ αγόρι μου ρωτάς? Τι ξέρεις αλήθεια για μένα?
- Πολλά.
- Και από πού τα έμαθες για να έχουμε καλό ρώτημα?
- Πλάκα κάνω. Απλά στο έχω ξαναπεί. Νομίζω ότι σε ξέρω από πάντα.

Τελικά είναι τόσο δύσκολο να μιλάμε για μας. Πόσος φόβος άραγε να κρύβεται πίσω απ’ όλα αυτά. Πόση ευαισθησία.
- Λοιπόν τι είναι αυτά που θέλεις να μου πεις? Είδες που ρωτάω?
- Είσαι βολικά, σ’ αρέσει εδώ? Λοιπόν, όπως είπες βαθειά ανάσα και πάμε.
Εγώ που λες …

20.8.07

ΑΥΤΗ ΑΥΤΗ Η ritsmas

Με αφορμή ένα άρθρο που διάβασα σε μία εφημερίδα, από μία προσφιλή και θα έλεγα και αγαπημένη, κι ας μην την έχω γνωρίσει, αλλά νομίζω ότι την ξέρω χρόνια μπλόγκερ - δημοσιογράφο, δεν ξέρω τι από τα δύο να διαλέξω, με άρθρο η μυστική λυσιτέλεια της γυναίκας, αποφάσισα να κάμω (μ' αρέσει αυτή η λέξη) μια λίστα με γυναίκες που τραγουδάνε τον έρωτα, την μοναξιά, τον θάνατο, τον χωρισμό, αλλά και την γυναίκα, έτσι χωρίς σειρά, χωρίς αρχή και τέλος. Φωνές γυναικείες που αγαπώ ή συγκεκριμένα τραγούδια που αγαπώ από γυναίκες.

Powered by eSnips.com

19.8.07

Mozart in egypt

Σήμερα έχει μόνο μουσική. Ένα εξαιρετικό cd με την Συμφωνική Ορχήστρα της Βουλγαρίας και τον Milen Natchev, μαζί με παραδοσιακούς μουσικούς της Αιγύπτου.
Και πάντα υπάρχουν και οι ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΣΑΚΗ ....

Powered by eSnips.com

17.8.07

ΣΤΟ ΧΑΡΑΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΗ

Φιλί κλειδί
Φιλί κλειδί που δώσαμε
Τα χείλη μας κλειδώσαμε
Και τον καημό γλυτώσαμε

Τραγούδι της Ελενίτσας της Βιτάλη. Αυτό τραγούδαγα από κείνη την μέρα. Μέσα στην καλή χαρά. Τίποτα δεν μου κακοφαινόταν, όλα ήταν όμορφα, ο κόσμος γελαστός, ο ήλιος πιο λαμπερός. Η αλλαγή ολοφάνερη μέσα μου και έξω μου. Φανερή και στον καλό μου. Χαιρόταν κι ας μην ήξερε. Ή μήπως ήξερε, αλλά χαιρόταν με την χαρά μου? Τον ευχαριστώ για την κατανόηση που έδειχνε τότε, αλλά και στα υπόλοιπα χρόνια που είμαστε μαζί. Μάλλον πρέπει να έχω κάτι που να κάνει τους ανθρώπους να με συγχωρούν για τα διάφορα λάθη που έχω κάνει κατά καιρούς. Ίσως αναγνωρίζουν και την έλλειψη πρόθεσης. Επειδή θα εμπλακεί και αυτός αρκετά στην ιστορία μας θα του δώσω το όνομα Α από την αγάπη, αλλά και από το άντρας.
Οι μέρες περνούσαν ευχάριστα. Δεν τον είχα ξαναδεί από τότε, αλλά δεν το επιζητούσα κιόλας. Η ζωή παίζει παιχνίδια διάφορα. Μία φίλη, λέει, σταμάτα να κυνηγάς και θα έρθει μόνο του. Κάπως έτσι λοιπόν και εγώ το άφησα.
Είχε περάσει κανένας μήνας και ούτε φωνή, ούτε ακρόαση. Και για αποφυγή παρεξηγήσεων, κάθε άλλο παρά βασανιστικά και αργά κυλούσαν οι μέρες.
Εντωμεταξύ έχουν έρθει κάτι φίλοι από Γαλλία και έχω κλείσει τραπέζι στο Χάραμα. Τι καλύτερο για να γνωρίσουν από την νύχτα μας, από μια βραδιά με την Δήμητρα. Ναι δεν έχει επίθετο. Μία είναι.
Η βραδιά μοναδική. Η Δήμητρα να μας ταξιδεύει, ο Τσιτσάνης να μας κλείνει το μάτι, και η Σωτηρία νόμιζες ότι σιγοτραγουδούσε τ’ αλάνια μαζί μας. Ευτυχώς που έχω την ηλικία, και πρόλαβα να δω και κάποιους μύθους ζωντανούς. Οπότε για μένα, όποτε κι αν πήγαινα στο Χάραμα, αποκτούσε άλλη διάσταση και βαρύτητα η διασκέδαση. Γινόταν μυσταγωγία, κάπου ανάμεσα στο τώρα και στο τότε.
Κάποια στιγμή η Δήμητρα πιάνει το Σε βλέπω στο ποτήρι μου. Κακό τραγούδι, και πολύ αγαπημένο. Από τα τραγούδια που χορεύω, αλλά μόνο αν έχω πιεί. Και εκείνο το βράδυ είχα πιεί πολύ.
Πως μίλαγα με τους Γάλλους? Δεν χρειαζόταν. Η Δήμητρα τους είχε μαγέψει. Έτσι για να κλείσω και τον κύκλο της φιλοξενίας, σηκώθηκα να χορέψω.
Χόρευα, τραγουδούσα, παραπατούσα, δεν είμαι σε θέση να πω. Είχα κλείσει τα μάτια και είχα παρασυρθεί. Τίποτα δεν είχε σημασία, μόνο το τραγούδι κι ο χορός. Εξυγίανση νου και κορμιού. Τίποτα δεν υπάρχει τότε. Μόνο εσύ και η Φωνή. Δυστυχώς και η λουλουδού. Η οποία αδιάφορα, σε σκουντάει και σου λέει
- Τα λουλούδια, απ’ τον κύριο.
- Ποια λουλούδια κοπελιά και ποιος κύριος?
- Αυτός στο μπαρ.
- Καλά πες του ευχαριστώ.
Και με μια αγκαλιά λουλούδια, πάλι στον κόσμο μας.
Αφού τέλειωσε ο ύμνος, κάθισα πάλι στο τραπέζι, ας ρίξω μια ματιά λοξή στο μπαρ. Ποιος να είναι? Όχι ρε γαμώτο. Ο ΣΑΚΗΣ.
Τι θέλει εδώ? Γιατί είναι μόνος? Και γιατί ήρθε? Και γιατί ήρθε εδώ? Του αρέσουν τα ελληνικά? Του αρέσει η Δήμητρα? Πόσες ερωτήσεις. Καμία απάντηση. Την ώρα εκείνη να ακούγεται το πες πως μ’ αντάμωσες.
Που είμαι, ποιος είμαι, ποιος μου κάνει πλάκα?
Ζητάω συγγνώμη από τους Γάλλους και πάω στο μπαρ.
- Ευχαριστώ για τα λουλούδια (ευχαριστώ που είσαι εδώ).
- Το ‘ξερα ότι εδώ θα σε βρω.
- Πως?
- Δεν έχει πως, έτσι.
- Πως έτσι?
- Γιατί για όλα θέλεις απάντηση?
- …….. (μαλάκας)
- Με ζήτησες, ήρθα.
- Μην μου το κάνεις αυτό.
- Δεν κάνω τίποτα. Απλά είμαι εδώ. Καλή διασκέδαση.
- Θα σε δω μετά?
- Με είδες, πήγαινε στην παρέα σου.
- Καλό βράδυ.
- Επίσης.

16.8.07

44 ... ΚΕΡΙΑ

σαράντα τέσσερα κεριά,
πολλά είναι μωρέ φίλοι;
αμέτε πιάστε τον χορό
να ειδούμε τι θα γίνει!



ΟΣΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ... ΣΑΚΗ ... ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ΑΠΟ ΤΑ 44 ΚΕΡΙΑ, ΤΑ 10 ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑ ΤΟΥ

13.8.07

ΓΙΑ ΟΥΖΑ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΗ

Οι μέρες κυλούσαν. Ήσυχα. Είχα σβήσει από το μυαλό μου τις εικόνες της Αράχοβας. Είχα κάνει την αυτοκριτική μου, είχα αναγνωρίσει τις λανθασμένες κινήσεις.
Τι θα έπρεπε να είχα κάνει, τι θα έπρεπε να είχα πει, ή και το αντίθετο. Τι δεν …
Μήπως έστελνε μηνύματα και εγώ σαν εγωιστής του κώλου που είμαι δεν έριχνα την γαλλική μου μυτούλα? Που να ήταν και γαλλική, πάει στο διάολο.
Είχα σκεφτεί ακόμα και τι θα έλεγα την επόμενη φορά που θα βρισκόμασταν. Βασικά να το παίξω και λίγο δύσκολος, πριν την επόμενη συνάντηση. Ότι έχω κανονίσει να βγω, έχω να πάω για ψώνια, τον σκύλο στον γιατρό και άλλα τέτοια μουτζαδερφίστικα.
Ντριιιιιιιιιιιιιιιιιιιιν!!!!!!! Το γαμημένο δεν μ’ αφήνει σε ησυχία.
- Εμπρός
- Έλα ρε. Τι κάνεις?
- Καλά … Ποιος είναι? (Λες και δεν είχα καταλάβει)
- Έλα ρε, εγώ ο Σάκης. Τόσο γρήγορα ξέχασες την φωνή μου? Μπράβο ρε συ. Ωραίος φίλος.
- Έλα μωρέ Σάκη. Πνίγομαι και δεν σε κατάλαβα. Πως κάνεις έτσι?
- Τι ώρα σχολάς?
- Σε καμιά ώρα, κατά τις 4.
- Ωραία θα είμαι κάτω και θα σε περιμένω.
- Ξέρ….
Η γραμμή είχε κλείσει. Δεν πειράζει. Σάκης – Παύλος = 1-0
Αλλά τίποτα δεν είχε κριθεί ακόμα. 4 ακριβώς ο Σάκης με περίμενε στην είσοδο. Που σκατά κατάφερε να παρκάρει στη πόρτα μπροστά?
- Έλα, έχω μια πείνα που δεν σε βλέπω μπροστά μου. Που θες να πάμε? Εγώ κερνάω. Τι κάνεις μωράκι? Κουρασμένος είσαι? Θέλεις να πάμε σπίτι μου? Έχω γεμιστά από χθες.
Τι καταιγισμός ερωτήσεων και τι σκατά τις κάνει αφού έχει ήδη το πλάνο στο μυαλό του? Άσε που είναι και δυο χρόνια μικρότερος και αυτό το μωράκι κάπως μου κάθεται. Εντάξει μικροδείχνω, αλλά μην το κάνουμε και θέμα.
- Πάμε όπου θες (σπίτι σου, στο κρεβάτι σου, στο πάτωμα) μόνο να μην το γαμήσουμε πολύ (εκτός και αν) γιατί είμαι πτώμα.
- Έλα αγόρι μου, δεν μπορώ να σε βλέπω έτσι, τι θέλεις να κάνω για να ανέβεις? Πες μου, έναν φίλο έχω εγώ.
- Τα ίδια λες ρε τσόγλανε σε όλους. Χα χα χα χα χα!
- Όχι ειλικρινά δεν έχω φίλους. Ποτέ δεν είχα. Μικρός γιατί δεν είχα χρόνο για φιλίες, έπρεπε να διαβάζω και μεγάλος απλά γιατί συνήθισα. Απλά με σένα είναι σαν να ξέρω χρόνια. Δεν ξέρω πρώτη φορά αισθάνομαι τόσο καλά και άνετα με κάποιον.
- Έλα κόψε το δούλεμα. Με κάνεις και κοκκινίζω.
- Όχι ρε μωρό. Αλήθεια λέω. Τι θέλεις να κάνω για να στο αποδείξω.
Γαμώτο, δεν ξεκινάμε καλά. Ή μήπως … ξεκινάμε πάρα πολύ καλά?
Η ιστορία θα δείξει…
- Λοιπόν φιλαράκι, που θες να σε περπατήσω?
- Όπου θέλεις.
- Ωραία, πάμε κάτω στην Πειραϊκή για κανά ουζάκι. Τι λες?
- Χτύπησες το αδύνατο σημείο μου. Φύγαμε.
- Έχεις κι άλλα αδύνατα σημεία?
- Πολλά, σαν τις αμαρτίες μου.
- Αλήθεια, καμιά γκόμενα παίζει? Ή μπακούρι σαν και μένα από δω κι από κει?
- (Τώρα να του πω ότι έχω γκόμενο?) Έ, όλο και κάτι γίνεται, δεν ξεμένουμε.
- Αυτό έλειπε να ξεμείνεις εσύ. Έ ρε και να ήμουνα γκόμενα, θα σε είχα φάει τώρα.
- (Τι το λες και δεν το κάνεις?) Μπα? Έχουμε και τέτοια γούστα Σάκη μου?
- Άσε τις μαλακίες ρε, μια πλάκα έκανα. Να μας ακούσει και κανένας.
Με τα έτσι και τα αλλιώς φθάσαμε στο ουζερί. Τι το ήθελα? Μια ο Σάκης, μια το ούζο του Πιτσιλαδή, που δεν το βρίσκεις κι εύκολα, όπα είπα λέω, κατάντησα. Το καλό είναι ότι δεν μου παίρνεις λόγια. Το κακό είναι ότι είμαι επιρρεπής στα ωραία. Και το παλικάρι απέναντι πολύ κρεβατάμπλ που λέει και ο Δημητράκης, πολύ ευσέξιο, γαμώτο.
Η κουβέντα όσο πίναμε τόσο πιο ανούσια γινόταν. Όσο χαλάρωνα εγώ, τόσο κλεινόταν αυτός. Μάθημα πρώτο : Τον Σάκη δεν τον μεθάμε, τον κάνουμε απλά ντίρλα, δηλαδή κουνουπίδι.
Η ώρα είχε πάει κοντά 11. Τα γκαρσόνια πρέπει να είχαν ρίξει αλάτι, γυρίσει τις σκούπες ανάποδα, μπας και φύγουμε, αλλά εμείς εκεί. Δώστου κι άλλο καραφάκι. Στο τέλος μας το ζήτησαν ευγενικά.
- Και τώρα όμορφε? Τι κάνουμε? Από τώρα για ύπνο?
- Τι θέλεις αγόρι μου να κάνουμε? (Το ούζο, έβαλε και το μου και το αγόρι στα χείλια μου)
- Πάμε σε κανένα μπαράκι για συνέχεια?
- Αγόρι μου είμαι λιώμα. Σε λίγο θα με πας αγκαλιά στο κρεβάτι.
- Έ και? Αντέχω.
- Για ένα μόνο, το δεύτερο να μας χυθεί.
- Το δεύτερο να μας χυθεί.
Το δεύτερο, έγινε τρίτο, το τρίτο, τέταρτο και το τέταρτο μπουκάλι.
Και εγώ πάνω στην μπάρα να χορεύω το La luna.
Κατά τις 6 μπήκαμε στο αμάξι.
- Θέλεις να έρθεις σπίτι μου για ύπνο?
- Άστο για άλλη φορά, αγόρι μου, που θα είμαι ξεκούραστος.
Με πήγε σπίτι.
Έσκυψα και τον φίλησα. Στο μάγουλο και όσο πιο κοντά στα χείλη μπορούσα. Το ανταπέδωσε.
Την άλλη μέρα το πρωί, ο καλός μου με ρώταγε ποιος ήταν αυτός ο Άρης/Άκης που έλεγα στον ύπνο μου και τι μου είχε κάνει.
(Δυστυχώς τίποτα)

11.8.07

ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΗ

Πέμπτη βράδυ. Το τηλέφωνο κτυπάει. Ο Σάκης.
- Έλα ρε τι κάνεις?
- Μια χαρά εσύ?
- Λοιπόν, τι θα γίνει? Θα την κάνουμε το σαββατοκύριακο? Φίλος, μου έχει δώσει τα κλειδιά από το σπίτι του στην Αράχωβα Τι ώρα να περάσω να σε πάρω? Στις 7 είναι καλά? Θα τα πούμε από κοντά!!!
- Ναι ... μάλλον ... εντάξει ...
Εφτά just μπροστά στην πόρτα.
- Έλα ρε (μάλλον το νέο μου όνομα). Τι? Μόνο αυτή την μικρή τσαντούλα πήρες?
(Δεν το ήξερα για Σ/Κ να πάρω όλη την προίκα παρέα)
- Θα περάσουμε να πάρουμε και μια φίλη παρέα. Να μην είμαστε σαν τα μπακούρια.
- Πάρε όποιον θέλεις, αλλά πίσω δεν κάθομαι.
- Όχι Ρε, εσένα θα βάλω πίσω μου?
(Να το πάρω τώρα αυτό σαν προσβολή, σαν υπονοούμενο, σαν τι να το πάρω?)
7:30 παίρνουμε και την φίλη. Γνωστό μοντέλο της εποχής. Θα την φωνάζω Βάσω.
1,85 και κάθισε πίσω. Πολύ την συμπάθησα. ΛΟΛ
Και χαρωπά με το Σαν ξημερώνει Κυριακή, στα χείλη, ξεκινήσαμε.
Κάναμε και την απαραίτητη στάση στην Λιβαδειά
Τι? Δεν θα φάμε το παραδοσιακό της σουβλάκι? Τι τουρίστες θα ήμασταν
Με τα πολλά και τα λίγα, φθάσαμε Αράχωβα. Το σπίτι μικρό. Τουλάχιστον 7 κρεβατοκάμαρες, και 10 μπάνια. Σαν μικρή πανσιόν. Και με μια γρήγορη ματιά στις φωτογραφίες και γνωστής οικογενείας. Κρίμα που τα κινητά (σαν παντόφλες) τότε, δεν είχαν κάμερα.
Άτιμη τεχνολογία. Τέλος πάντων.
- Έλα Ρε! Εγώ θα κοιμηθώ με την Βάσω. Δεν σε πειράζει?
- Τι να με πειράξει Σάκη μου? Ζευγάρι είμαστε? Τι λέω!!!
ΧΑΧΑΧΑΧΑΧΑ !!!!!!!!
Κάνα με τα μπάνια μας, ρίξαμε και μία βουτιά στην ολυμπιακών διαστάσεων θερμαινόμενη πισίνα, είπαμε και τα καθιερωμένα, ποιος με ποια/ποιόν, γιατί, που και γιατί, και είπαμε να ρίξουμε κανά υπνάκο να είμαστε φρέσκοι για το βράδυ.
Να πω ότι η Βάσω, για το μπόι της και την ομορφιά της, κάθε άλλο παρά χαζή. Με ένα χιούμορ που έσπαγε κόκαλα, απίστευτο αυτοσαρκασμό και ατάκες που θα ζήλευε και ο Ρέππας. Απλά το θέμα μας είναι άλλο.
Το βράδυ αφού τσακίσαμε όλα τα παϊδάκια της περιοχής και με ένα στομάχι μέχρι τον λαιμό πήγαμε και ντίσκο. Έτσι τα λέγαν τότε τα club. Παίζανε και μπλουζ Γελοίο θέαμα εγώ να χορεύω το a casa d' Irene, που σκατά το θυμήθηκαν, με την Βάσω, που φόραγε και γόβα στιλέτο. Εγώ 1,78, αυτή στα 2 μέτρα.
ΣΑΒΒΑΤΟ
Ο Σάκης και η Βάσω, βγήκανε για καφέ και βόλτα μέχρι το Γαλαξείδι.
Εγώ αραχτός στην πισίνα, τέτοια χλίδα σιγά μην την άφηνα να πάει χαμένη. Τσάκισα και δυο - τρία, καλά ντε τέσσερα, σαντουιτσάκια, ήπια και 3 μπύρες και αφέθηκα.
Άσε που ακόμα δεν είχα το σύνδρομο του εκδρομόγερου. Γούσταρα την βολή μου και το άραγμα.
Όταν τα παιδιά γύρισαν, εγώ είχα ήδη αποσυρθεί στην γκαρσονιέρα μου (έτσι ήταν το δωμάτιο, μεγαλύτερο από το σπίτι που νοίκιαζα τότε).
Τοκ τοκ. Χτύπημα στην πόρτα.
Ρίχνω ένα σεντονάκι πάνω μου, χειμώνας καιρός, αλλά μέσα στο σπίτι δεκαπενταύγουστος, έτσι ανέμελα, κάτω από τον αφαλό και με το ένα μπούτι έξω. Λάσκαρη στον κατήφορο.
- Ναι? Περάστε.
Που μακάρι να έκανα τον κοιμισμένο.
Μπαίνει ο Σάκης, με μία πετσέτα τυλιγμένη στην μέση, και εμφανώς δεν φόραγε τίποτα από κάτω.
Να το πάθω τώρα, να το πάθω μετά? Είμαι και με τρίχρονη σχέση, γαμώτο.
Γιατί όπως και να το πεις ο Σάκης είναι πολύ θεωρητικός γκόμενος.
Γυμνασμένος, με την τριχούλα του, κάτι σαν τον Tom Selleck.
Αισθάνομαι ένα μούδιασμα στα χείλη, μάλλον έρχεται το εγκεφαλικό. Ο Σάκης χαλαρός, κάθεται στο κρεβάτι, εγώ να σιχτιρίζω που δεν φοράω σλιπάκι και μπορεί και να γίνω ρόμπα. Μια ωραία ατμόσφαιρα. Πιάνει μπουτάκι.
- Όμορφα πόδια, γυμνασμένα. Παίζεις μπάλα?
- Όχι από κατασκευής.
- Τι τυχεροί μερικοί άνθρωποι. Εγώ για να είμαι έτσι με τρώνε τα γυμναστήρια. Αλήθεια τι θέλεις να κάνουμε τώρα?
- (S E X !!!!!!) Εσύ τι λες?
- Έλα σήκω, η Βάσω έμεινε Αράχωβα. Βρήκε κάτι φίλους. Μόνοι μας είμαστε, πάμε να ρίξουμε καμιά βουτιά. Μην βάλεις μαγιό. Ούτε εγώ φοράω. (Λες και δεν το βλέπω)
- Άστο καλύτερα μωρέ, μόλις άραξα, όλο το πρωινό στην πισίνα το έβγαλα.
- Δεν ακούω αντιρρήσεις, σήκω και πάμε. Πάρε και μια πετσέτα μαζί. Πέρασε η γυναίκα που καθαρίζει και τα μάζεψε όλα. Άντε μην καθυστερείς. Πάω και σε περιμένω.
Τι να κάνω ο δόλιος, ο έρμος, ο τραβάτε με κι ας κλαίω. Κάνω πέτρα την καρδιά, μια προσευχή μην γίνω ρόμπα, τουλάχιστον να εκδηλωθεί εκείνος πρώτα, τυλίγω και μια πετσετούλα στην μέση και βουρ για την πισίνα. Μην σας τα πολυλογώ. Πάω στην πισίνα. Ο Σάκης ήδη μέσα. Κολυμπήσαμε, κολυμπήσαμε, κολυμπήσαμε, κολυμπήσαμε. Πρώτη φορά στην ζωή μου κολύμπησα τόσο. Μια βουβαμάρα, μια σιωπή. Το μόνο που ακουγόταν το νερό.
Μούλιασα ο άνθρωπος. Λες και έκανα προπόνηση για αγώνες.
- Σάκη βαρέθηκα βγαίνω.
- Πιάσε καμιά μπύρα, βγαίνω και ΄γω.
Χωρίς πετσέτα και έξω από την πισίνα, άστα να πάνε. Μάλλον καλύτερος από τον Τομ, αν είναι ποτέ δυνατόν.
- Λοιπόν τώρα που είμαστε οι δυο μας, για λέγε? Πες μου περνάς όμορφα? Μήπως το μετάνιωσες? Θέλεις να κάνουμε κάτι?
- (S E X !!!!!!) Εσύ τι λες? Γουστάρεις να παίξουμε τάβλι? Και με στοίχημα!
- Τι στοίχημα?
- (Όποιος κερδίσει να πάρει τον άλλο) Τα ποτά το βράδυ.
- Γουστάρω!!!
- Πάμε να ντυθούμε, και να ξεκινήσουμε. Τα παίζεις όλα?
- Όλα τα παίζω, ειδικότητα το πλακωτό! Γιατί να ντυθούμε, κάτσε εδώ, οι δυο μας είμαστε.
- Μην έρθει η Βάσω.
- Ε και?
- Καλά.
Κέρδισα. Με άλλο στοίχημα, μπορεί και να έχανα. ΛΟΛ
Η υπόλοιπη μέρα κύλησε ομαλά. Είχε γυρίσει και η Βάσω.
Κυριακή γυρίσαμε Αθήνα.
- Να το ξανακάνουμε, αλλά οι δυο μας την άλλη φορά.
Κλείσιμο ματιού.
Εκείνο το βράδυ έκανα το καλύτερο μέχρι στιγμής sex. Μάλλον οι τύψεις.

10.8.07

ΒΑΛΤΕ ΤΟ ΔΥΝΑΤΑ ...

Σήμερα δεν θα μιλήσω για τον Σάκη.
Άλλωστε έχουμε ιστορίες 10 χρόνων.
Σήμερα θα ακούσω μουσική.
Βάλτε το δυνατά ... η πόλη άδειασε.
Αφιερωμένο εξαιρετικά σε κάποιο πρόσωπο,
που μ' ανέχεται 13 χρόνια και πάμε.

Ειδικά το πρώτο και το τελευταίο τραγούδι.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΝΑΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΣΑΚΗ

Δεύτερη συνάντηση? Ή μήπως η πρώτη? Τέλος πάντων.
Μετά από καμιά δεκαριά μέρες και αφού είχα χάσει και το τηλέφωνο του, αλλά είχα και ξεχάσει και την ύπαρξή του Σάκη, να σου να μου τηλεφωνεί.
Στην αρχή μπλόκαρα. Άντε τώρα να τον θυμηθείς, αλλά και να μην φανείς αγενής. Μέσα στην χαρά και την ευχαρίστηση, εγώ, λες και ήμασταν χρόνια φίλοι και έχουμε πάει και μαζί διακοπές. ΛΑΘΟΣ ΜΕΓΑ!!!!!
Μπορεί να είχα γλυτώσει από αρκετά.
Δώσαμε ραντεβού για το βράδυ, στο Κολωνάκι.
Αυτός χαρούμενος.
Εγώ από περιέργεια για να δω ποιος σκατά ήταν.
Και αν ήταν η μεγάλη ευκαιρία της ζωής μου? Να πάει χαμένη?
Βέβαια το Κολωνάκι με χάλασε σαν ιδέα. Να σκεφτείς τελευταία φορά που είχα πάει για καφέ ήταν το 85 στο Ελληνικό ή κάπως έτσι. Τα φσον, τα δήθεν και τα κάπως με χαλάνε. Άσε που όλοι μυρίζουν το ίδιο. Λες και ο Χόντος δεν έχει δεύτερη κολόνια Σαν Μενούνος σε νέα εκδοχή.
Στο θέμα μας, όμως. Αν με διαβάσει η ν., που μακάρι όχι, θα αρχίσει να λέει ότι πλατειάζω.
Είχε πάει πρώτος και είχε πιάσει τραπέζι πάνω στο πατάρι. Όταν τον είδα τον θυμήθηκα. Σιχτίρισα, την τύχη μου την ξεχασιάρα, έκανα το shit παξιμάδι, την ανάγκη φιλότιμο και πλησίασα. Αυτός σηκώθηκε με φίλησε σταυρωτά, της μόδας τότε, κι αρχίσαμε να μιλάμε. Περί ανέμων και υδάτων, για γκόμενες, δουλειές, και για τα τελευταία νέα του κόσμου του.
Βέβαια, το παλικάρι, και απίστευτο χιούμορ είχε, και δεν φόραγε Μενούνος, και κάτι πλάτες από το κολύμπι είχε, θέλει πολύ ο άνθρωπος?
Αφού έχουμε από δυο καφέδες και τρία καθαρά ο καθένας, η συζήτηση άλλαξε πορεία και ήταν για το πόσο μόνος είναι, για το ότι δεν έχει φίλους, που να ακουμπήσει να πει τον πόνο του βρε αδερφέ. Βλέπεις στον κύκλο του δεν μπορούσε να έχει φοβίες, ανασφάλειες, πάθη.
Για να μην πλατειάζω όμως, ο Σάκης κατάφερε με την δεύτερη να με κερδίσει. Και εγώ να ρίξω τα μούτρα μου και να ξαναζητήσω το τηλέφωνό του, αφού κοκκίνισα και είπα και μια δικαιολογία του τύπου, άστα βρε Σάκη μου τι έπαθα, το σκυλί μου έφαγε την ατζέντα, και είχα μέσα που να στα λέω πόσα τηλέφωνα.
Η ώρα είχε περάσει, ανανεώσαμε το επόμενο ραντεβού για το Σ/Κ, να πάμε καμιά εκδρομή βρε αδερφέ, με έβαλε μέσα σε ένα ταξί και χωρίσαμε....

9.8.07

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΣΑΚΗ

Όχι του υδραυλικού. Του άλλου του executive.
Ο Σάκης είναι στα 40, γεροδεμένος, όμορφος. Δουλεύει σε μία εταιρία και είναι υψηλόβαθμο στέλεχος.
Δεν περνάει απαρατήρητος. Φροντίζει γι αυτό άλλωστε. Το παίζει στρέητ, πίνει καθαρά ποτά, κάνει και καμιά ανταύγεια για να φωτίσει το πρόσωπο. Πάει γυμναστήριο και κολυμβητήριο. Ιδανικός γαμπρός. Μιλάει για όλα, είναι φίλος επωνύμων, που τους αποκαλεί με τα μικρά τους ονόματα, υπάρχει και ένα μυστήριο για το αν έχει κάνει μπότοξ. Άλλωστε όλοι οι φίλοι του την έχουν χτυπήσει την ενεσούλα τους.
Με τον Σάκη γνωριστήκαμε πριν από χρόνια, σχεδόν δέκα, τυχαία σε ένα φσον εστιατόριο. Ήμασταν και οι δύο φίλοι του μαιτρ. Αλλάξαμε τηλέφωνα και υποσχέσεις.
Μην πάει ο νους σας στο κακό, υποσχέσεις να τηλεφωνηθούμε και να πάμε θέατρο. Άλλωστε το είπαμε το παίζει στρέητ.
Εγώ έχω μία κακιά συνήθεια, να γράφω τα νυχτερινά τηλέφωνα χωρίς όνομα, πιστεύοντας ότι την επομένη θα τα περάσω στην ατζέντα, πράγμα που ποτέ δεν κάνω.
Κάπως έτσι λοιπόν ξεχάστηκε και το τηλέφωνο του Σάκη.
Έλα όμως που δεν με ξέχασε εκείνος.
Και μία ωραία πρωία, ντριιιιιιιιιιιιιιιιιιιιν, και τσουπ ο Σάκης.
Από εκεί και πέρα αρχίζει ο Γολγοθάς να το πω, η Σταύρωση να το πω, πάντως Λύτρωση δεν θα το πω.
Και επειδή κάπου θέλω να τα πω, αποφάσισα να το κάνω μαζί σας.
Όχι που θα γλιτώνατε
Καιρός να αρχίσει και άλλων το μαρτύριο.
Τα πρόσωπα είναι υπαρκτά, αλλάζουν τα ονόματα για ευνόητους λόγους, όπως και του Σάκη.

ΒΟΛΤΑ ΝΥΧΤΕΡΙΝΗ

Άδειασε η πόλη.
Το καλύτερό μου.
Βόλτες με το αμάξι, ανοιχτή η οροφή.
Το ραδιόφωνο να παίζει αγαπημένα
και ξεχασμένα τραγούδια.
Στη διαπασών.
Χωρίς προορισμό.
Έτσι για το ταξίδι.
Βόλτα νυχτερινή.
Κι η μουσική να παίζει....

8.8.07

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ...

Να μην γράψω τίποτα...
Να μην πω τίποτα...
Να μην κάνω τίποτα...
Να μ' αγαπάνε...
Ν' αγαπώ...
Να ζήσω...
Δικαίωμα...


6.8.07

ΘΕΡΙΝΑ ΣΙΝΕΜΑ

Μου λείψανε. Θυμάμαι μικρός στο χωριό είχε δύο.
Περιμέναμε με ανυπομονησία να καλοκαιριάσει.
Το γιασεμί και το αγιόκλημα μοσχομύριζε.
Το χαλίκι μπλεκόταν στα δάκτυλα μας και το φεγγάρι μας έκλεινε το μάτι.
Πορτοκαλάδα από τον τοπικό παραγωγό τον μπάρμπα Σπύρο και πασατέμπο.
Είχα δει τα άπαντα του Φίνου, τα άπαντα του Μπρους Λη, αλλά και κλασσικές, Όσα παίρνει ο άνεμος, Καζαμπλάνκα. 2 δραχμές το εισιτήριο.
Η παρέα 15-20 παιδιά, φασαριόζικα, ανέμελα, παιχνιδιάρικα.
Κρυφά βλέμματα και χαχανητά
Φιλίες που ξεκίνησαν τότε και κρατάνε ακόμα.
Μας συνδέουν κοινές μυρουδιές, κοινές μουσικές, κοινές πορείες.
Ατάκα εποχής : Αγοράκι τι φρούτα βγάζει η Καλαμάτα? Από την Παριζιάνα.
Τελευταία ταινία τον Αύγουστο του 83 το Τσάι στην Σαχάρα. Και να έχει ένα φεγγάρι ολόγιομο, να προσπαθεί να παραβγεί τον φακό του Μπερτολούτσι.
Την επόμενη χρονιά τα σινεμά δεν υπήρχαν.
Ο ένας έγινε μπαρ και ο άλλος οικόπεδο προς πώληση.
Έκλεισαν, όπως μας έκλεινε το μάτι το φεγγάρι, όπως έκλεινε και το κεφάλαιο της εφηβείας μας.
Αφιερωμένο σε όλους εσάς που ευτυχήσατε να έχετε τέτοιες μυρουδιές.




Ramon


Για αυτόν που όπως ξαφνικά ήρθε στην ζωή μας,
έτσι ξαφνικά και χάθηκε.

Δείτε το αξίζει...

5.8.07

ΑΥΤΟΣ ΑΥΤΟΣ Ο ΤΕΡΠΑΝΔΡΟΣ


Ο Τέρπανδρος Αναστασιάδης, γεννημένος στα 1887, γέννημα της Βατούσας, μιας κωμόπολης της βορεινής Λέσβου, ως τα 1970 που άφησε τα εγκόσμια, αφιέρωσε όλη τη ζωή του στη δημοσιογραφία και τη λογιότητα. Στα 1928 (5 Αυγούστου), έβγαλε την μεγάλη καθημερινή πολιτική εφημερίδα "ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ", που η έκδοσή του συνεχίζεται αδιάπτωτα μέχρι σήμερα. Ένας μικρός φόρος τιμής για αυτόν τον σπουδαίο άντρα που είχα την χαρά να τον γνωρίσω τα τελευταία 7 χρόνια της ζωής του, αλλά να τον μάθω καλύτερα από τις διηγήσεις του πατέρα μου.

ΕΝΑ ΔΩΡΟ ΣΤΗΝ ΓΙΟΡΤΗ ΜΟΥ

Ο νονός μου, ή μάλλον η νονά μου, που αγαπούσε πολύ τη μουσική, μου έδωσε ένα ένδοξο λεσβιακό όνομα, αυτό που αναγκαστικά κουβανώ μαζί μου από τότε που βαπτίστηκα.
Πριν από πόσα χρόνια συνέβη αυτό, θα μου επιτρέψετε να μην το φανερώσω. Υπάρχουν μερικές χρονολογίες, που όταν στην εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής, φθάσουν σ' ένα ορισμένο ύψος, καλόν είναι να μη τις σκέπτεται κανείς, πολύ δε περισσότερο να μην τις ομολογεί!...
Μου έδωσε, λοιπόν, η μουσικόφιλη νονά μου, που είχε κι η ίδια το όνομα μία από τις εννέα Μούσες (Μελπομένη, που αν κρίνωμεν από το όνομα το παραγόμενον από το μέλπω, ή μάλλον το μέλπομαι, θα ήταν η Μούσα της μελωδίας, της ωδής, του τραγουδιού) το όνομα του φερόμενου ως μεγάλου λεσβίου μουσικού, του Τέρπανδρου, που όπως λέγεται εκαινοτόμησε στη μουσική του καιρού του, προσθέτοντας νέες χορδές στην κιθάρα του, τις οποίες από τέσσερες τις έκανε επτά. Αν δίνοντάς μου το όνομα αυτό τώκανε επειδή διέβλεπε ένα μελλοντικό μουσικό δαιμόνιο, η ενόραση δεν αποδείχθηκε ορθή και αδίκησε και τους μουσικούς και τον βαφτιστικό της...
Τους μουσικούς, γιατί δεν σκαμπάζω τίποτα από μουσική έως αυτή την ηλικία που έφθασα, και τον βαφτιστικό της, επειδή με το όνομα αυτό δεν μου επέτρεψε να έχω ονομαστικήν εορτή.
Έχω φυλλομετρήσει όλους τους βίους των αγίων, μαρτύρων, οσίων και αναχωρητών, μελέτησα όλα τα συναξάρια, πουθενά όμως δεν ανακάλυψα άγιο με το όνομά μου.
Όμως ο πόθος μου να εορτάζω ήταν πάντα πολύ μεγάλος και όπως διαπίστωσα από αυστηρή εξέταση του εσωτερικού εαυτού μου, τούτος ο πόθος γεννήθηκε από αντίδραση προς όσους, ενώ έχουν ονομαστικήν εορτήν την περιφρονούν, δημοσιεύοντας εκείνο το απαίσιο ¨δεν εορτάζει ούτε δέχεται επισκέψεις¨, που είναι άρνηση του εαυτού τους. Γιατί, επιτέλους, δεν μπορείτε κύριε ή κυρία μου να έχετε ένα όνομα καθηγιασμένο από την εκκλησία, όνομα αγίου, ή μάρτυρος, ή οσίου και να μην του αποδίδετε τις τιμές που του αξίζει, να μην εορτάζετε!... Είναι σαν να διακηρύττετε ότι δεν σας κάνει, ότι το θεωρείτε σαν περιττό φορτίο, και προσπαθείτε να το τινάξετε από πάνω σας... Και δεν σκέπτεσθε, κύριε ή κυρία, ούτε το νονό που σας τώδωσε?
Εγώ λοιπόν, χωρίς να βρίσκομαι σ' αυτή τη θέση, χωρίς δηλαδή να έχω όνομα καθηγιασμένο από την Εκκλησία, σκέφθηκα ως τόσο πως πρέπει να εορτάζω.
Έτσι είναι χρόνια τώρα που καθιέρωσα ως επέτειο της ονομαστικής μου εορτής, την ημέρα των Τριών Ιεραρχών...
Φυσικά, δεν κατέταξα τον εαυτό μου, ως τέταρτο Ιεράρχη. Η προτίμησή μου να τοποθετήσω την ονομαστική μου εορτή την ημέρα αυτή, βασίζεται πάνω στην τροπή της εποχής.
Η ημέρα μεγαλώνει κατά μια ολόκληρη ώρα, κι αν δεν μπαίνομε στην Άνοιξη, μπαίνομε όμως στο προαύλιό της. Ο ήλιος ανηφορίζει χαρούμενα στο στερέωμα, κι ένα εντονότερο φως αρχίζει να διαλύει τα χειμωνιάτικα σκοτάδια. Δεν είναι ακόμα το θαύμα της Αναστάσεως. Όμως είναι το ξεκίνημα του Αγγέλου που θα 'ρθει να σηκώσει την πέτρα...
Κι εφέτος με περίμενε μία πολύ ευχάριστη έκπληξη. Επήρα μία τούρτα, που έκανε την γιορτή μου πραγματική, και όχι συμβολική. Μεγάλη ευχαρίστηση και συγκίνηση μαζί...
Γιατί η τούρτα δεν ήταν απλή τούρτα. Ήταν ο ¨Δημοκράτης¨ εκτυπωμένος στο ζαχαροπλαστείο με την πανομοιότυπη επικεφαλίδα του, με τον τίτλο του άρθρου (Φιλανθρωπικά Καταστήματα) με τα ¨όσα βλέπω και ακούω¨ και την υπογραφή!... Ένας ¨Δημοκράτης¨ μούρλια!...
Μόνο μια μεγάλη αγάπη μπορούσε να εμπνεύσει αυτό το δώρο...
Σ΄ ευχαριστώ ολόψυχα, φίλε που τόσο ωραία με θυμήθηκες...
Τριάντα ολόκληρα χρόνια τώρα που εκδίδεται ο ¨Δημοκράτης¨, ποτέ δεν φάνταξε στα μάτια μου, τόσο προκλητικά ωραίος, και με τέτοιο σπουδαίο περιεχόμενο.
Κάτι θα ήξερες, φίλε, από τις αγωνίες, τις απογοητεύσεις και τις πικρίες με τις οποίες συνήθως ποτίζεται ένας εκδότης επαρχιακής εφημερίδος.
Σπάνιο γεγονός, η κάποια ικανοποίησή μας, απλή ικανοποίηση συνειδήσεως φυσικά, και τίποτε άλλο...
Κι αυτή ακόμη η ικανοποίηση, δεν είναι απηλλαγμένη από τις περισσότερες φορές από πίκρα, γιατί αν είκοσι άνθρωποι αναγνωρίζουν την ορθότητα ενός δημοσιογραφικού αγώνος και τα ηθικά ελατήρια που τον εμπνέουν, άλλοι τόσοι, ή ίσως και περισσότεροι, μπορεί να σκέπτονται το αντίθετο και να σε βρίζουν.
Όμως ο ¨Δημοκράτης¨ που μου ΄στειλες, είναι το μοναδικό φύλλο που μπορώ να πω ότι με... γλύκανε πέρα ως πέρα. Και θέλω να το πιστέψεις φίλε, ότι δεν περιαυτολογώ, λέγοντας ότι ρούφηξα κυριολεκτικά το άρθρο και το χρονογράφημα, και γενικά όλο το περιεχόμενό του, με τον τίτλο μαζί!...
Ω!...Αν μπορούσε να εκδίδεται πάντα έτσι, με το ίδιο περιεχόμενο, πόσο μεγάλη θα ήταν η ωφέλεια και του εκδότη του, και του αναγνωστικού του κοινού!...
Οι εφημερίδες - τούρτες!... Τι αναστάτωση στη δημοσιογραφία!...


Τ.Ι.ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ
ΟΣΑ ΒΛΕΠΩ ΚΑΙ ΑΚΟΥΩ
ΜΥΤΙΛΗΝΗ 1971

4.8.07

ΧΟΑΝΝΑ Η ΠΑΡΘΕΝΑ

Χοάννα, το κανονικό της όνομα Χοσεάννα.
Αγαπημένο της μέρος ... τα καμαρίνια καλοκαιρινών θεάτρων.
Κυρίως το Δελφινάριο.
Αγαπημένο της σπορ, εκτός από την μπιρίμπα, να ¨δανείζεται¨ φούστες και πουκάμισα μεγάλων ηθοποιών της επιθεώρησης. Κατά προτίμηση γυναικών.
Στην συλλογή της έχει πουκάμισα
και φούστες
Σχολή ανοίγει με την μεθοδολογία που έχει αναπτύξει. Δεκάδες post μπορούν να γραφούν.
Μπροστά σε μία φούστα ή σε ένα πουκάμισο, δεν διστάζει.
Τενοντίτιδα έπαθε, μυαλό δεν έβαλε.
Απαραίτητο αξεσουάρ ένα ταγάρι. Ταιριάζει και με το γενικό outfit.
Το λατρεμένο της να τα ¨δανείζεται¨ μπροστά τους.
Με πρόσχημα ένα αυτόγραφο, το ταγάρι ξαφνικά φουσκώνει.
Δεκάδες τα αυτόγραφα από Κ.Γιουλάκη, Ε.Πανοπούλου, Ε.Φιλίνη. Αν και της τελευταίας δεν της πολυαρέσουν γιατί θεωρεί η μικρή Χοάννα ότι είναι πολύ extreme για τα γούστα της.
Αγαπημένο της τραγούδι Γαρύφαλλο στ' αυτί και όχι με τον Αυλωνίτη, αλλά με τον Αγγελόπουλο.
Μπορώ να γράφω για ώρες για την μικρή Χοάννα την παρθένα, αλλά είναι Σάββατο και λέω να πάω για καμμιά βουτιά. Άλλωστε θα έχει και συνέχεια....

3.8.07

MY WAY

And now, the end is near;
And so I face the final curtain.
My friend, I'll say it clear,
I'll state my case, of which I'm certain.
I've lived a life that's full.
I've traveled each and ev'ry highway;
But more, much more than this,
I did it my way.
Regrets, I've had a few;
But then again, too few to mention.
I did what I had to do
And saw it through without exemption.
I planned each charted course;
Each careful step along the byway,
But more, much more than this,
I did it my way.
Yes, there were times, I'm sure you knew
When I bit off more than I could chew.
But through it all, when there was doubt,
I ate it up and spit it out.
I faced it all and I stood tall;
And did it my way.
I've loved, I've laughed and cried.
I've had my fill; my share of losing.
And now, as tears subside,
I find it all so amusing.
To think I did all that;
And may I say - not in a shy way,
"No, oh no not me,
I did it my way".
For what is a man, what has he got?
If not himself, then he has naught.
To say the things he truly feels;
And not the words of one who kneels.
The record shows I took the blows -
And did it my way!

Yes it was my way!

Aπολαύστε το ...

1.8.07

ΑΥΤΗ ΑΥΤΗ ... Η ΜΟΥΤΖΑΔΕΡΦΗ

Σήμερα θα σας μιλήσω για αυτό που έλαχε να μου συμβεί, με το που μπήκε ο μήνας.
Είπα και εγώ άντε να φύγει ο Ιούλης, να έρθει ο Αύγουστος, να έρθουν και τα γενέθλιά μου, άντε να τελειώνουμε με αυτά και αυτά.
Όταν όμως οι άνθρωποι κάνουν όνειρα, ο Θεός σκάει στα γέλια, ή κάπως έτσι.
Το νόημα το βγάλατε.
Με το που ξύπνησα, ήπια ένα καφεδάκι σπίτι, βαριόμουνα να πάω για δουλειά, και λέω ο αφελής να πάω για δεύτερο καφέ στην Χαλκίδα.
Εκεί στην παραλία, στο Lucy.
Ντύνομαι, στολίζομαι, γίνομαι αν ποτέ μπορεί αυτό να γίνει, πιο όμορφος απ' ότι είμαι, ίσως η σκανταλιά της κοπάνας, μου έκοψε καμιά δεκαριά χρόνια, καβάλησα και το αυτοκίνητο (απωθημένο που δεν έχω μηχανή) και τσουπ στην Χαλκίδα.
Η Χαλκίδα είναι η πόλη που τέλειωσα το σχολείο, έχω αρκετούς γνωστούς, αρκετούς συγγενείς και αρκετά χρόνια να πάω. Ήλπιζα ο αφελής ότι θα απολαύσω τον καφέ μου και μετά θα πάω να ρίξω και μια βουτιά προς Κατούνια μεριά.
Μόλις είχα κάτσει στο καφέ και είχα δώσει την παραγγελία, σ΄ ένα ευγενικό παιδάκι. Χάζευα την γέφυρα με τον κόσμο να κάνει περατζάδα, το γνωστό νυφοπάζαρο. Αλήθεια δεν δουλεύουν ποτέ? Πάντα είχα αυτή την απορία για τους Χαλκιδαίους.
Τέλος πάντων, στο θέμα μας. Ο καφές δεν είχε φτάσει ακόμα, βλέπεις πίνω και δύσκολο καφέ. Φραπέ σκέτο με πολλά παγάκια. Εκεί λοιπόν που κάθομαι αποχαυνωμένος και χαζεύω, ακούω μια φωνή να φωνάζει το όνομά μου. Κοιτάω δεν βλέπω κάποιον γνωστό και ξανά μανά στο χάζι μου.
Η φωνή όμως δεν έλεγε να σταματήσει να καλεί. Μια φωνή που θύμιζε έντονα Μελίνα στα παιδιά του Πειραιά, αλλά παιγμένη σε κάποιο κακό drug show. Λες και ο Λάκης ο νταλικέρης έκανε την Θεά. Τεσπά. Μια φωνή που πλησίαζε απειλητικά προς το μέρος μου. Μια φωνή που ανήκε σε μία γυναίκα να την πεις, κοπέλα να την πεις, τραβεστί να την πεις.....
Ότι και να την πεις μέσα θα πέσεις.

Φόραγε ένα κολάν τιγρέ με 38 βαθμούς, σανδάλια με κόκκινο νυχάκι, απ' αυτά που μας δείχνει το Λολιτάκι, πουκάμισο τύπου Saint Tropez επί εποχής Μπεμπέ δεμένο στην μέση, μαύρα γυαλιά με κόκκινο/λευκό σκελετό και ψάθινο καπέλο με μαντήλα.
Τώρα αν δεν είναι αυτό αμφίεση τρελής, πέντε λεπτά από το χειρουργείο, εμένα να με φωνάζετε Λαλάκη από δω και πέρα.
Όχι, με τις τρελές δεν έχω τίποτα, και κάποιες είναι φίλες μου. Με αυτές όμως που ενώ έχω σκεφτεί να χαλαρώσω, έκανα κοπάνα από την δουλειά και ξαφνικά η όλη χαρά και αισθητική μου πάει περίπατο, ναι έχω πρόβλημα. Και το κυριότερο να φωνάζει και το όνομά μου!!!!
Είπα άντε βρε κανένας παλιός συμμαθητής θα είναι που αποφάσισε να το πάει απέναντι.
Έλα μου όμως, που όταν έβγαλε το γυαλί, αναγνώρισα την Παρασκευούλα, που όμως τώρα την φωνάζουν Φιόνα. Την Παρασκευούλα, που πηγαίναμε μαζί αγγλικά, και μετά στα φοιτητικά μας χρόνια την είχα δει δεκαετία του '80 στο Alexander. Το θυμάστε?
Άρχισε να με πυροβολεί με ερωτήσεις, τι κάνεις, πως το κάνεις, γιατί το κάνεις?
Που είσαι, που δουλεύεις, που πας, τι κρέμα βρε άτιμο βάζεις και δεν σου φαίνονται τα χρόνια? Έχεις παιδιά, έχεις παντρευτεί, μήπως βρε έχεις γκόμενο? Αλήθεια έχεις γνωρίσεις κανέναν διάσημο? Τι απίστευτη gay icon που είναι η Ε. (εμείς αδερφομάνες τις λέγαμε τότε).
Τι καταιγισμός ερωτήσεων. Για μιά στιγμή νόμισα ότι βρίσκομαι σε παράλληλο σύμπαν.
Και τι απίστευτη αυτή η Φιόνα. Γυναίκα, δεν την έλεγες. Κοπέλα, απαπαπαπαπα. Άντρα με τίποτα. Τραβεστί είχες ελπίδες. Και όταν της μίλαγες εκεί πια έχανες την μπάλα.
Είναι γυναίκα, που έχει γεννηθεί γυναίκα, ντύνεται σαν τραβεστί, αλλά κρυφό της απωθημένο είναι όχι να είναι άντρας, αλλά αδερφή και μάλιστα τρελή, που θέλει να γίνει γυναίκα. Άβυσσος η ψυχή.
Νέα κατηγορία η Φιόνα, από μόνη της : ΜΟΥΤΖΑΔΕΡΦΗ
Μετά από αυτό, όπως καταλαβαίνετε γύρισα στην δουλειά, προφασίστηκα πρωινή αδιαθεσία και δούλεψα μέχρι αργά το βράδυ.
Καλό μας μήνα!!!

ΡΕΣΙΤΑΛ

Για κάποιον φίλο, μπέεεεεεεεεεεεεεεεεεε, λέγε με τώρα.
Ένα πολύ αγαπημένο, κι ένας Δαλιανίδης που ζήτησες.

ΑΚΟΥΣΕ ΑΥΤΟ ...

ΑΛΛΑ ΚΙ ΑΥΤΟ ...

ΑΥΤΟΣ ΑΥΤΟΣ ΓΙ ΑΥΤΗΝ

Για μία άλλη γκρινιάρα, που ενώ εμείς ψηνόμαστε, αυτή σε κάποια ακρογιαλιά της Λευκάδας, λιάζει το ατελείωτο κορμί της.... και ζητάει κι από πάνω!!!
ΔΕΣ ΑΥΤΟ ....
Για σένα μικρή μου Λολίτα...
ΑΛΛΑ ΚΙ ΑΥΤΟ ...

ΑΝΤΙΟ

MICHELANGELO ANTONIONI



INGMAR BERGMAN



Αντί για λόγια λίγες εικόνες από δυό μεγάλους που δεν είναι πια μαζί μας.